Showing posts with label Magic. Show all posts
Showing posts with label Magic. Show all posts

Thursday, 22 November 2012

Magical Texts in ancient civilisations



Έλαβα την ακόλουθη ανακοίνωση από τους πολύ καλούς φίλους και συνδέλφους στην Κρακοβία και σας τη μετφέρω:

Magic is an important and one of the oldest ways of comprehending the world. It is a universal phenomenon which crosses cultural as well as social borders. Various civilizations in different time periods understood magic in diverse ways and therefore treated, interpreted and used it differently. Magical texts are one of the best sources to investigate this issue. Some questions that come to mind while reflecting on magical texts can be, e.g.: which texts can be classified as magical, how to categorize magical texts, what purpose did they serve, how were they created, or is a modified or translated text still a magical text.

Magical texts were created in the great and less known civilizations, sometimes distant geographically and in time. They appear in Egypt, Nubia, Mesopotamia, Anatolia, Syria, Palestine, but also on the Indian subcontinent, in Tibet or in China. The influence of various magical traditions is clearly visible in magic developing in the Greco-Roman period. Its elements intermingled among others with the Coptic and Arabic magical systems.

Due to the widespread literature of this kind in the ancient world, there is a need for considerable study of magical texts. New research in this area will help to discredit the untrue image of magic, distorted by a false modern vision.

We would like to cordially invite for the conference the speakers representing different disciplines and research methodologies, since we are convinced that adopting the interdisciplinary and multidirectional perspective will allow us to understand magic, which we regard to be an underestimated cultural phenomenon, in a better and more complete way.

The language of the conference is English.

Registration can be made by sending an e-mail with participant’s name, organizational affiliation and the working title of the presentation to magical.texts@gmail.com. Conference participants are welcome to submit abstract in English (250-500 words) in either .doc or .pdf format. 
 
Registrton deadline: January 31st
 
Abstract submission deadline: March 15th
 
to magical.texts@gmail.com.

All the proposals will be reviewed and arranged into the final program of the conference. Authors will be informed by e-mail on the acceptance of their abstract by March 31
 
Contact:
Jagiellonian University
Centre for Comparative Studies of Civilizations
Rynek Główny 34, 3rd floor
31-010 Kraków, Poland
www.psc.uj.edu.pl
 
Further information will be published at:

Organizing committee:
Grażyna Bąkowska-Czerner
Joanna K. Puchalska
Agata Świerzowska

Sunday, 5 September 2010

Μέρες μαγείας!


Χρυσό σφραγιστικό δακτυλίδι, το μεγαλύτερο γνωστό στο μυκηναϊκό κόσμο. Απεικονίζεται πομπή λεοντοκέφαλων δαιμόνων που κρατούν σπονδικές πρόχους και προχωρούν προς καθιστή σε θρόνο γυναικεία θεότητα. Η θεά υψώνει κωνικό ρυτό. Πίσω από τον θρόνο διακρίνεται αετός, σύμβολο εξουσίας, ενώ στον ουρανό εικονίζονται ο «τροχός» του ηλίου και η ημισέληνος. Η τελετουργία σχετίζεται με την ευφορία της γης και την αναγέννηση της φύσης. Από το «Θησαυρό της Τίρυνθας», 15ος αι. π.Χ. (ΕΑΜ, 6208)
Δύο πολύ ενδιαφέρουσες και σημαντικές εκθέσεις για τη μαγεία στον αρχαίο κόσμο της Ελλάδας και Αιγύπτου θα πραγματοποιηθούν στα μουσεία Αθηνών και Λάιντεν (Ολλανδία) αντίστοιχα. Η πρώτη εντάσσεται στον ευρύτερο εορτασμό για τις Ευρωπαϊκές Μέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς στα ελληνικά μουσεία για το 2009 και 2010 με γενικό τίτλο "Μάγοι, ξόρκια και φυλακτά: Η μαγεία στον αρχαίο και χριστιανικό κόσμο" και περιλαμβάνει αντικείμενα από τις συλλογές του Εθνικού Αρχιαολογικού Μουσείου. Η έκθεση παρουσιάζεται στην αίθουσα 39 (στο ισόγειο) και θα διαρκέσει από τις 24 Σεπτεμβρίου έως και τις 28 Νοεμβρίου 2010. Στο χώρο της περιοδικής έκθεσης θα διατίθεται κατάλογος με άλλα, σχετικά με τη μαγεία, εκθέματα, τα οποία οι επισκέπτες θα μπορούν να εντοπίσουν στις μόνιμες εκθέσεις του Μουσείου.
Παράλληλα, θα πραγματοποιηθεί προβολή της μικρού μήκους ταινίας «Ερευνώντας τη Γη των Νεκρών» σκηνοθεσίας Dominique Adt (2008), στο μικρό Αμφιθέατρο του Μουσείου. Η ταινία τιμήθηκε με το ειδικό βραβείο «Αρχαιολογία και Τέχνες» στο Φεστιβάλ ΑΓΩΝ 2010. Παρουσιάζει τελετουργίες μαγείας στο αρχαίο νεκροταφείο του Κεραμεικού και δύο σημαντικά μαντεία της αρχαίας Ελλάδας. Προγραμματίζονται δύο παραστάσεις: την Παρασκευή, 24 και το Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2010, ώρα 19:00 – 21:00. Η παραγωγή είναι γαλλική με ελληνικούς υπότιτλους. Η είσοδος για το Αμφιθέατρο βρίσκεται στην οδό Τοσίτσα 1. Απαραίτητη η δήλωση συμμετοχής (Δευτέρα-Παρασκευή 09:00-15:00, στο 210 8217724).
Η δεύτερη έκθεση με θέμα "Η Μαγεία στην Αρχαία Αίγυπτο" θα ανοίξει τις πόρτες της στο κοινό στις 16 Οκτωβρίου 2010 στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στο Λάιντεν της Ολλανδίας και θα διαρκέσει έως 13 Μαρτίου 2011. Θα παρουσιαστούν όλες οι πτυχές της αρχαίας Αιγυπτιακής μαγείας (φυλαχτά, σκαραβαίοι, αποτρεπτικοί ράβδοι και βινιέτες από μαγικούς παπύρους με εικονογραφήσεις δαιμόνων και μαγικά ξόρκια) μέσα από ένα σύνολο αντικειμένων που έχουν μεταφερθεί από συλλογές πολλών Ευρωπαϊκών Μουσείων (Βρετανικό, Λούβρου, Allard Pierson) εμπλουτίζοντας την ήδη πολύ αξιόλογη συλλογή του Μουσείου του Λάιντεν.
Περισσότερες πληροφορίες για την έκθεση στο Λάιντεν μπορείτε να βρείτε εδώ.

Friday, 15 January 2010

‘Χαίρε σε’ σένα που το πρόσωπό σου είναι αγαθό […]’!

Γυναικείο προσωπείο από ύφασμα με επικάλυψη γύψου, 26η Δυναστεία (π. 550π.Χ.).
© Αιγυπτιακή Συλλογή, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών


Η μαγικοθρησκευτική σημειολογία των ταφικών αιγυπτιακών προσωπείων
από Παύλο Π. Αντωνάτο, αρχαιολόγο (Εφορεία Αρχαιοπολείων και Ιδιωτικών Αρχαιολογικών Συλλογών), υποψήφιο διδάκτορα (Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Αιγάιου)


Η εμπειρία του θανάτου, αν και βιώνεται παγκοσμίως και από όλους ανεξαιρέτως, σπάνια γίνεται αποδεκτή από τον άνθρωπο χωρίς εναντίωση και προσπάθεια αποτροπής. Οι αρχαίοι αιγύπτιοι αποδεχόμενοι το φαινόμενο του θανάτου ως μέρος της δημιουργίας στόχευαν στη μετά θάνατο αιώνια ζωή (Te Velde 1988). Το φαινόμενο του θανάτου εκλαμβανόταν από αυτούς όχι ως το τέλος της επίγειας ζωής, αλλά ως η είσοδος προς μια αιώνια (Taylor 2001· Kousoulis 2004). Ο θάνατος ήταν μια στιγμιαία προσωρινή διακοπή, απ’ ότι μια διαρκής παύση ζωής. Για να αντιμετωπίσουν όμως επιτυχώς και να αντεπεξέλθουν στις δυσκολίες και αβεβαιότητες που εμπεριέχονται στη φύση του θανάτου οι αρχαίοι αιγύπτιοι ανέπτυξαν ένα πολυάριθμο και πολύπλοκο σύνολο εξασκούμενων μαγικοθρησκευτικών πρακτικών και θεσμών (Assmann 2001). Η εξασφάλιση της αιωνιότητας θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο από εκείνους που είχαν προετοιμασθεί καταλλήλως, και είχαν εφαρμόσει όλες τις μαγικοθρησκευτικές πρακτικές συμπεριλαμβανομένου της κατασκευής και τοποθέτησης ταφικού προσωπείου (Roth 1988, 52).
Η πίστη για αναγέννηση του ατόμου μετά το θάνατο συνεπικουρούνταν απαραιτήτως από τη μαγεία (χέκα), που καθοδηγούσε και προσδιόριζε όλες τις ταφικές πρακτικές και όχι μόνο (Pinch 2006· Ritner 1993). Η αναγέννηση, αυτή η μυστηριακή-μαγική διαδικασία, έδινε ζωή μέσω του θανάτου. Η αιώνια αναγεννημένη ζωή θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσα από τη διαδικασία διατήρησης της φυσικής μορφής-εικόνας του ατόμου, μόνο δηλαδή μέσω της ταρίχευσης-διατήρησης του σώματος και κατά συνέπεια όλων των προσωπικών χαρακτηριστικών και υποστάσεων του αποθανόντα. Χωρίς το φυσικό σώμα η ψυχή του αποθανόντα δεν είχε θέση στο επέκεινα (Ντουάτ). Κατά τους αρχαίους αιγυπτίους εάν διατηρηθεί η σάρκα του ατόμου, διατηρείται αυτομάτως και το πνεύμα του.
Ειδικό συστατικό στοιχείο στην τελετουργία της ταρίχευσης αποτελούσε ο θεσμός της τοποθέτησης κυρίως ξυλόγλυπτου επιζωγραφισμένου προσωπείου επάνω στο πρόσωπο του αποθανόντα. Ήταν η δυνητική απεικόνιση του ζώντος ατόμου, που μέσω μαγικοθρησκευτικών τελετών ήταν εφικτή η εμψύχωσή του. Καθιερωμένη ήταν η πεποίθηση ότι το προσωπείο ενδυνάμωνε μαγικοτροπικώς το πνεύμα του ταριχευμένου νεκρού, και κατά τη φάση της ψυχοστασίας, κρίσης και του επαπειλούμενου κινδύνου εντός του οσιριακού δικαστηρίου συνεπικουρούσε, έλεγχε, όριζε και καθόριζε την ασφαλή μετάβαση στο επέκεινα. Μέσω του ταφικού προσωπείου το πνεύμα του αποθανόντα ήταν σε θέση να αναγνωρίσει εύκολα τόσο το πρόσωπο, όσο και το σώμα. Καθώς τοποθετείται επί του προσώπου του νεκρού συμβάλει στην όσο το δυνατό καλύτερη διατήρηση του δέρματος, αλλά και των φυσικών χαρακτηριστικών του προσώπου αποτρέποντας την ολοκληρωτική φθορά και σήψη. Στην καλή εμφάνιση του προσώπου γίνεται αναφορά και στη Βίβλο των Νεκρών ‘Χαίρε σε’ σένα που το πρόσωπό σου είναι αγαθό […]’ (Faulkner 2001, επωδή 151β).
H χρήση προσωπείων για ταφικούς, τελετουργικούς και ιεροπρακτικούς σκοπούς καταλάμβανε σημαίνουσα θέση στη νειλόρρυτη Αίγυπτο καθ’ όλη τη διάρκεια της Φαραωνικής Περιόδου και συνέχισε να αποτελεί σημαντικό στοιχείο της τελετουργικής πρακτικής έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους (LÄ III, 1980:1196-9· Wilson 2010· Taylor 1994). Οι προδρομικές προσπάθειες προς την κατεύθυνση της διατήρησης της προσωπικής εμφάνισης του αποθανόντα με τη χρήση προσωπείου διαπιστώθηκαν ήδη κατά την 4η Δυναστεία με τη χρήση φθαρτών υλικών για την κατασκευή του, όπως το ναστόχαρτο, το λινάρι, ο πάπυρος, το ξύλο και άλλα πολύτιμα μέταλλα.
Σε εκατοντάδες ανέρχεται ο αριθμός των προσωπείων που ανήκουν σε αιγύπτιους θνητούς και έχουν ταξινομηθεί ως ταφικά. Αυτά, ενέχοντας έναν μεταβατικό λειτουργισμό, παρέχουν τη δυνατότητα στον αποθανόντα να διασχίζει με μαγικό και απόλυτα ελεγχόμενο τρόπο, το παρόν και να εντάσσεται σε μια άλλη κοσμική σφαίρα ακυρώνοντας τη θνητότητά του και εγκολπώνοντας ταυτόχρονα το θεϊκό και την αθανασία (Levi-Strauss 1983, 93, 115 και 187). Η επιτέλεση της μαγικής αυτής μετάβασης γίνεται με την απεικονιστική απόδοση του αποθανόντα, που τις περισσότερες φορές συνοδεύεται από ειδική τελετουργική φρασεολογία λεκτικές δεήσεις, ιερολογίες, ευχές, προσευχές, επωδούς, επικλήσεις και ποικίλα τελετουργικά-κινησιολογικά και χειρονομιακά δρώμενα με μαγικά υποβόσκον περιεχόμενο (Assmann 2001, 280-388). Αν και η όλη μετάβαση φαντάζει λογική, στηριζόμενη στα αιγυπτιακά ιδεοληπτικά μαγικοθρησκευτικά δεδομένα, εντούτοις οι λεπτομέρειες της όλης μαγικής διεργασίας παραμένουν εκτός λογικού πλαισίου, άρρητες και νοητικά μη προσπελάσιμες (Ritner 1993, 69).
Το ταφικό προσωπείο λειτουργούσε ως μαγικός δίαυλος για την ασφαλή περαίωση από την επίγεια στην αιώνια κατάσταση, μια περαίωση που επιτελούνταν και εξαρτώνταν αποκλειστικά από τη χρήση της εφαρμοσμένης αρχετυπικής μαγείας σε συνδυασμό με τις επικρατούσες θρησκευτικές πρακτικές. Δεσπόζουσα ήταν η πεποίθηση και πίστη στην αρχαία Αίγυπτο της δυνατότητας επηρεασμού των γήινων, αλλά και υπερβατικών δεδομένων μέσω της μυστικιστικής μαγείας, μιας μαγείας πανταχού παρούσας. Η μαγεία, ως τμήμα της γενικότερης "ορθόδοξης" θρησκευτικής πρακτικής και ως το σύνολο των μεταφυσικών δοξασιών της αρχαίας Αιγύπτου, τροφοδοτούνταν από τον πυρήνα των θεολογικών αξιωμάτων και αντιλήψεων (Pinch 2006, 17· Mirecki 2001, 52). Μαγεία και θρησκεία συνδέονταν στενότατα, αλληλοσυμπληρώνονταν και όχι μόνο δεν αντιμάχονταν η μια την άλλη, μα αντιθέτως συμβίωναν αρμονικά συναποτελώντας τον πυρήνα της αρχαίας αιγυπτιακής μεταφυσικής εμπειρίας (LÄ III, 1980, 1138· Ritner 1993· Kousoulis 2010).
Οι αρχαίοι αιγύπτιοι ενέτασσαν τα ταφικά προσωπεία σε μαγικοθρησκευτικές πρακτικές, που με τη λήψη περίπλοκων προφυλάξεων σκοπό είχαν να διατηρήσουν το σώμα ανέπαφο από τη φθορά και τη σήψη. Η προστασία της κεφαλής του αποθανόντα ήταν υψίστης σημασίας και η φροντίδα που ελάμβαναν ήταν ιδιαίτερη κατά τη διαδικασία της μουμιοποίησης. Προς την κατεύθυνση αυτή λειτουργούσε και η χρήση του προσωπείου. Το καλυμμένο πρόσωπο βοηθούσε στην προστασία της κεφαλής του αποθανόντα από τυχόν καταστροφή, αλλά και προσέφερε ένα μόνιμο ιδεαλιστικής φόρμας υποκατάστατο, το οποίο παρουσίαζε τον αποθανόντα όπως είναι ένας ανέγγιχτος από τη φθορά, δηλαδή ένας αθάνατος. Ο "ενδιαφερόμενος" επέλεγε την εμφάνιση που ήθελε να διατηρήσει ή να έχει στην άλλη ζωή, μια εικόνα τελική για την προσωπικότητά του. Κατά μαγικό τρόπο η εικόνα του ήταν επιπλέον η θεία μορφή του θεού Ήλιου-Ra και ο σκοπός λοιπόν της τοποθέτησης του προσωπείου επί του νεκρικού προσώπου ήταν να μορφοποιήσει ιδεαλιστικώς τη θνητή κεφαλή διατηρώντας σε αυτή ανέπαφη τη θεϊκή μορφή (Velde 1988, 35).
Ο αρχαίος αιγύπτιος και εν ζωή όντας επέλεγε το χρωματικό εμπλουτισμό-τονισμό του προσώπου του, για λόγους όχι μόνο διακοσμητικούς αλλά και πρακτικούς. Έτσι η μεταμορφωτική μετάβαση του είχε γίνει πια συνήθεια. Ήταν μια συνεχής εναλλαγή προσώπων, που παράλληλα συμβάδιζε με την αναπόφευκτη βιολογική αλλαγή, αλλά και με το μεταμορφωτικό κύκλο των εποχών και του ήλιου. Επίσης, ως προσωπεία, υπό την ευρεία έννοια, μπορούν να θεωρηθούν και οι πολυάριθμες γραπτές επιτοίχιες ταφικές μορφές (Wilson 2010, 84). Οι διακοσμητικές υπογραμμίσεις-τονισμοί των ματιών κυρίως με ανθρακούχα μαύρη βαφή, η προσθήκη χονδροκόκκινου στα χείλη, αλλά και τα περίτεχνα τρισχιδή φενάκη μετατρέπουν το πρόσωπο-κεφαλή, με τις τόσο σημαντικές για τη ζωή και τον κοινωνικό ρόλο ιδιότητες-αισθητήριες θύρες όπως όραση, ακοή, ομιλία και όσφρηση, σε προσωπείο. Γίνεται λοιπόν σαφές ότι το προσωπείο, έχοντας εγκολπωθεί-ενσωματώσει τη μαγική δύναμη του να μετατρέπει και να μεταμορφώνει το άτομο σύμφωνα με την ιδιαίτερη επιθυμία του, έχει αλληλένδετο, αλληλοταυτιζόμενο και αλληλοενεργούμενο μαγικοθρησκευτικό και κοινωνικό περιεχόμενο.
Το προσωπείο απομακρύνει τους κινδύνους που διατρέχει η ψυχή του τεθνεώτος και μεταμορφώνει την προσωπικότητά του σε μια νέα, ζωντανή υπαρξιακή ολότητα-οντότητα. Παρόλο που η πραγματική μορφή του ατόμου βρίσκεται σε φθορά και σήψη, καλά κρυμμένη και επικαλυμμένη από το ωραιοποιημένο και ιδεαλιστικά αποδοσμένο προσωπείο, η μεταμόρφωση της προσωπικότητας σε μια νέα, ζωντανή υπαρξιακή ολότητα-οντότητα, σύμφωνα με το εννοιολογικό και υπερβατικό περιεχόμενο του προσωπείου, γίνεται πράξη. H υποβόσκουσα συμβολική σημειολογία στη χρήση των προσωπείων πιθανότατα να σχετίζεται και με την υιοθέτηση-απόκτηση διαφορετικής προσωπικότητας θεϊκής ή μη, αλλά και της διατήρησης αυτής.
Η συνεισφορά του προσωπείου προς την ανωτέρω κατεύθυνση επιτελούνταν και δια μέσω της νωπής χρωματικής επιζωγράφισή του επί ασβεστώδους υποστρωματικής επίχρισης, με εκτεταμένη χρήση γήινων χρωμάτων, αλλά και ένθεσης ημιπολύτιμων υλικών εν είδει οφθαλμών και φρυδιών. Αρκετές φορές χρωματίζονταν με περίτεχνα διακοσμητικά-συμβολιστικά θέματα, όπως με το μάτι του Ώρου, που εξυπηρετούσαν όχι τόσο αισθητικές λειτουργίες, όσο αποτροπαϊκές απαιτήσεις. Στόμα, μάτια, μύτη, αυτιά είναι τα αισθητά κανάλια πρόσληψης της γήινης, αλλά και αθανάτου τροφής. Ο αποθανών μέσω του προσωπείου ανέπνεε, άκουγε, μιλούσε, έβλεπε κατά τρόπο μαγικό. ‘Τα μάτια σου έχουν δοθεί για να βλέπεις, Τα αυτιά για να ακούς αυτό που λέγεται, Το στόμα σου μιλά […], Εσύ χαίρεσαι με όλα τα μέλη του σώματός σου […]’ (Lichtheim 1976, 17). Το παραπάνω απόσπασμα, το οποίο με ενάργεια πιστοποιεί όλα τα προαναφερθέντα, είναι ένα από τα πολυάριθμα ταφικά κείμενα που συχνά αποκαλούνται ‘μαγικά κείμενα’ (Morenz 1964, 140· του ιδίου 1965, 399-445).
Τα μάτια, το χαρακτηριστικότερο και αντιπροσωπευτικότερο αισθητηριακό κανάλι στα ταφικά προσωπεία, είναι πάντα ανοιχτά, ζωντανά, εις αντικατάσταση των κλειστών, νεκρωμένων του θνητού σώματος. Αυτά επέτρεπαν τόσο την επαφή του αποθανόντα με τον επίγειο κόσμο, όσο και των ζώντων με τον αποβιώσαντα.
Όλα τα ζωτικά μέρη του προσώπου, όπως εξάλλου και του υπόλοιπου σώματος, προσδιορίζονται με όρους μαγικοθρησκευτικούς, τόσο στα Σαρκοφαγικά Ταφικά Κείμενα, όσο και στη Βίβλο των Νεκρών, όπου περιέχονται σαφείς αναφορές για τη "μυστική κεφαλή". Έτσι ο "δεξιός οφθαλμός είναι η νυχτερινή αναχώρηση, ο αριστερός οφθαλμός είναι η ημερήσια αναχώρηση, τα φρύδια είναι της Εννεάδος, το μέτωπο είναι αυτό του Άνουβη, το πίσω μέρος του κεφαλιού είναι αυτό του Ώρου, οι δε βόστρυχοι είναι αυτοί του Φθά-Σοκάρ" (Faulkner 2001, 151). Επίσης, Σαρκοφαγικό Ταφικό Κείμενο αναφέρεται μεταξύ άλλων και στις ικανοποιητικές ποιότητες-ιδιότητες του προσωπείου λέγοντας ότι "Εσύ είσαι (δηλαδή το προσωπείο) μπροστά στον Όσιρη, αυτός σε συνοδεύει χάρις εσένα, σε οδηγεί σε καλούς δρόμους […]" (Taylor 1994, 168-89). Έτσι το προσωπείο παίρνει την πρωτοβουλία για την ενεργοποίηση της μεταμορφωτικής μαγικοθρησκευτικής διαδικασίας κατάργησης του επίγειου θανάτου και ασφαλούς μετάστασης, εγγυώντας με τον καλύτερο τρόπο την επίτευξη του υπέρτατου σκοπού σύμφωνα με τις κυρίαρχες αιγυπτιακές μαγικοθρησκευτικές δοξασίες.
Το προσωπείο μετακύλειε τη θνητότητα στην αιωνιότητα. Ο αποθανών "ενεργοποιείται", διασπώνται τα χωροχρονικά δεσμά, πραγματοποιείται ο "διάπλους" που στοχεύει στην ένωση της ανθρώπινης φύσης με τη θεία. Η εξωραϊσμένη εικόνα-προσωπείο του αποθανόντα συνεργαζόμενη μαγικοτροπικώς με τη θεία ενέργεια ουσιαστικά αποτελεί την άφθαρτη εικόνα του σώματος. Έτσι τονίζεται η ζωή μέσα από τη φθορά και τη σήψη. Το σαρκικό σώμα αφθαρτοποιείται και μεταστεγάζεται στα θεία διαμερίσματα και στη σφαίρα του ιδεατού κάλλους. Θριαμβεύει πάνω στον θάνατο καταργώντας τον. Μόνο μέσω του προσωπείου μπορούσε ο αποθανών να γίνει αποδεκτός ως μεταθανάτια ύπαρξη και το πεπερασμένο μυστήριο της γης να μετατραπεί σε μυστήριο του απεριόριστου ουρανού, το θνητό "εδώ" να μετατραπεί σε αθάνατο "εκεί".

Αναφορές:
Assmann, J. (2001), Death and Salvation in Ancient Egypt, μετάφραση από D.Lorton, Ithaca & London.
Faulkner, R. (2001), The Ancient Egyptian Book of the Dead, London.
Helck, W. Otto, E. Westendorf, W. (επιμ.), 1975-1986, Lexikon der Ägyptologie, vols. I-VI., Wiesbaden.
Kousoulis, P., επιμ. (2010), Ancient Egyptian Demonology. Studies on the Boundaries Between the Divine and the Demonic in Egyptian Magic, OLA 175, Leuven.
Κουσούλης, Π. (2004), Αναζητώντας την Αιώνια Ζωή. Θάνατος και Ταρίχευση στην Αρχαία Αίγυπτο, Θεσσαλονίκη.
Levi-Strauss, C. (1983), The Way of the Masks, μεταφρασμένο από την S. Modelski, London.
Lichtheim, M. (1976), Ancient Egyptian Literature. A Book of Readings 2: The New Kingdom, Berkeley.
Meyer, M. & P. Mirecki, επιμ. (2001), Ancient Magic and Ritual Power, Leiden.
Morenz, S. (1964), Gott und Mensch im alten Aegypten, Leipzig.
Morenz, S. (1967), ‘Ägyptischer Totenglaube im Rahmen der Struktur Ägyptischer Religion’, Eranos 34, 399-445.
Pinch, G. (20062), Magic in Ancient Egypt, London.
Ritner, R.K. (1993), The Mechanics of Ancient Egyptian Magical Practices, SAOC 54, Chicago.
Roth, A.M. (1988), Mummies and Magic. The funeral Arts of Ancient Egypt (επιμ. D’Auria S., Lacovara P., Roehrig C.), Boston, 52-59.
Taylor, J.H. (1994), ‘Masks in Ancient Egypt: The image of divinity’, στο J. Mack (επιμ.), Masks the Art of Expression, London, 168-89.
Taylor, J.H. (2001), Death in Ancient Egypt, London.
Velde, H. (1988), Mummies and Magic. The Funeral Arts of Ancient Egypt (επιμ. D’Auria S., Lacovara P., Roehrig C.), Boston, 27-37.
Wilson, P. (2010), ‘Masking and multiple personas’, στο P.Kousoulis (επιμ.) Ancient Egyptian Demonology. Studies on the Boundaries between the Divine and the Demonic in Egyptian Magic, OLA 175, Leuven.

Wednesday, 25 November 2009

Οι αλλοεθνείς στην Αιγυπτιακή μαγική γραμματεία

Αλλοεθνείς γονυπετείς και δεμένοι πισθάγκωνα από ένα μίσχο παπύρου (από αριστερά προς τα δεξιά: Βεδουίνοι, Νούβιοι, Λύβιοι, Κρήτες). Διακοσμητικό διάζωμα από τους θρόνους του Φαραώ Αμενχοτέπ Γ΄ και της βασίλισσας Τίυ στο ταφικό σύνολο του Άνεν (Θηβαϊκός τάφος, αρ. 120), περ. 1380 π.Χ. Αντίγραφο από τη συλλογή του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης (αρ. 33.8.8)

Για τους αρχαίους Αιγυπτίους η έννοια και το περιεχόμενο της ιστορίας είχε μία έντονη τελετουργική διάσταση∙ τα ιστορικά γεγονότα αναπαρίσταντο κατά έναν ιδιαίτερο, δραματοποιημένο τρόπο κατά τη διάρκεια των μεγάλων θρησκευτικών εορτών, πράξη που συνιστούσε συνέχεια ή ανανέωση της ίδιας της πρωταρχικής στιγμής της δημιουργίας του κόσμου και των πρωταγωνιστών της (Baines 1996; Hornung 1966). Στο ίδιο συμβολικό πλαίσιο εντάσσονταν και οι πολυάριθμες αναπαραστάσεις υποταγμένων εχθρών ενώπιον του παντοδύναμου και απόλυτου Φαραώ-μονάρχη, που κοσμούσαν τις προσόψεις των μεγάλων ναϊκών αρχιτεκτονημάτων (Ritner 1993, 115-36). Οι αλλοεθνείς θεωρούνταν συμβολικές ενσαρκώσεις του χάους και της αταξίας (πολιτικής και κοινωνικής), που επιβουλεύονταν την ακεραιότητα, ασφάλεια και συνοχή του Αιγυπτιακού κράτους. Για το λόγο αυτό έπρεπε να θυσιαστούν. Η μελέτη, ωστόσο, των μαγικών κειμένων της Αιγυπτιακής γραμματείας καταδεικνύει, όπως θα δούμε παρακάτω, μία πιο πολυσύνθετη εικόνα για το χαρακτήρα και τη θέση των αλλοεθνών στην Αιγυπτιακή κοινωνία (Koenig 2007; Kousoulis 2009).
Στόχος κάθε αποτρεπτικής τελετής ήταν ο εξορκισμός των κακόβουλων και επαναστατικών ενεργειών που στόχευαν στην ανατροπή της κοσμικής και πολιτικής τάξης και αρμονίας (μάατ), απ’ όπου και αν προέρχονταν. Έτσι, στην επονομαζόμενη τελετουργία "ακινητοποίησης της ανθρωπότητας" (ρέτεχ-πατ), η λέξη πατ "ανθρωπότητα" συμπεριελάμβανε όλους τους ανθρώπους, ασχέτως εθνικότητας, οι οποίοι ενδεχομένως μπορούσαν να θεωρηθούν υποκινητές πράξεων αμφισβήτησης της πολιτικής εξουσίας (Posener 1975). Η παραδοσιακή συμβολική απεικόνιση στην αιγπτιακή εικονογραφία των "εννέα εθνοτήτων" ως εννέα τόξων που υποτάσσονταν στον έλεγχο του Φαραώ, αντιπροσώπευε όλες τις τότε γνωστές επικράτειες, με τις οποίες οι Αιγύπτιοι είχαν αναπτύξει σχέσεις συνδιαλλαγής αλλά και αντιπαλότητας, συμπεριλαμβανομένης ωστόσο και της ίδιας της Αιγύπτου, Άνω/Νότια και Κάτω/Βόρεια Αίγυπτο (Zivie-Coche 1994; Yoyotte 1980-1981). Στην πραγματικότητα, βέβαια, οι περιπτώσεις των αλλοεθνών που επιβουλεύονταν τη φαραωνική μοναρχία ήταν πολύ περισσότερες από αντίστοιχες των Αιγυπτίων.
Κάθε εχθρός ή επαναστάτης ταυτιζόταν με τις δυνάμεις του χάους και εχθρούς της ουράνιας τάξης (π.χ. Σήθ, Άποφις). Οι αποτρεπτικές τελετουργίες επιχειρούσαν να εξορκίσουν το κοσμικό κακό και τους επί γης αντιπροσώπους του, ώστε να συνεχιστεί αδιαλείπτως η πορεία της ζωής και του φυσικού κόσμου και να αποτραπεί η επιστροφή στην προ-δημιουργίας χαοτική κατάσταση. Έτσι, στο Βιβλίο Καταστροφής του Άποφι από τον πάπυρο του Bremner-Rhind, ο ιερουργός επιτάσσει το ηλιακό θεό Ρα να σταθεί αρωγός στην προσπάθεια του Φαραώ να εξολοθρεύσει του εχθρούς του, όπως ακριβώς ο Φαραώ εξοντώνει τον Άποφι και προστατεύει τη δημιουργία για λογαριασμό του θεού (στίχος 22/4; Kousoulis in press).
Σε μαγικά κείμενα του Νέου Βασιλείου (περ. 1152-1295 π.Χ.) πολλές αποτρεπτικές φόρμουλες και δαιμονικά ονόματα αποδίδονταν σε ξένες διαλέκτους (βλ. λ.χ. Schneider 1989 και Leitz 1999). Οι τελευταίες θεωρούνταν υποδεέστερες της Αιγυπτιακής και δεν μπορούσαν να εκφράσουν πλήρως το μαγικό λόγο. Χρησιμοποιούνταν μόνο ως μέσο ελέγχου των ξένων θεϊκών κα δαιμονικών οντοτήτων. Ας μη ξεχνάμε ότι, σύμφωνα με την Αιγυπτιακή κοσμοθεωρία, ο δημιουργός θεός έπλασε τον κόσμο, τους θεούς και ανθρώπους προφέροντας τα ονόματά τους στην ιερή γλώσσα της Αιγύπτου. Οι ξένοι, κατά συνέπεια, θεωρούνταν ως οι "άλλοι", οι "βάρβαροι" που δε γνώριζαν την εσώτερη φύση της θεϊκής διάνοιας και, έτσι, δε μπορούσαν να συνάψουν άμεση και στενή σχέση με αυτήν (Koenig 2007, 227). Αν και οι θεότητες του Αιγυπτιακού πανθέου είχαν πολυάριθμα ονόματα και υποστάσεις, το πραγματικό τους όνομα, που περιείχε όλες τις ιδιότητες της θείας φύσης τους, παρέμενε μυστικό και μπορούσε να αποκαλυφθεί μόνο στους κατέχοντες την ανώτερη μαγική γνώση ιερουργούς, σύμφωνα με το μύθο του Ρα και της Ίσιδος.[1] Αυτά τα μυστικά ονόματα των θεών διατυπώνονταν αποκλειστικά στην Αιγυπτιακή διάλεκτο. Κατά συνέπεια, όσα βαρβαρικά ονόματα αναφέρονται στα μαγικά κείμενα, εκλαμβάνονταν ως διαφορετικές εκφάνσεις των Αιγυπτιακών θεϊκών προτύπων και βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των ιερέων/μάγων. Η γλώσσα, επομένως, λειτουργούσε ως ένα ακόμη σημαντικό κριτήριο διαχωρισμού των φυλετικών ομάδων στα μαγικά κείμενα.
Η Τρίτη Μεταβατική Περίοδος (περ. 1069-702 π.Χ.) με την εισβολή των ξένων πληθυσμιακών ομάδων που ακολούθησε (Νούβιοι, Πέρσες, Έλληνες) προκάλεσε ένα παρανοϊκό αίσθημα φόβου και αβεβαιότητας έναντι του ξένου στοιχείου. Μολονότι οι επιδρομές των ξένων φυλετικών ομάδων παρουσιάζονται στη λογοτεχνία της περιόδου ως "θεία δίκη", για την παρακμή στην οποία είχε περιέλθει το Αιγυπτιακό κράτος, δεν αντιμετωπίσθηκαν το ίδιο από όλες τις κοινωνικές ομάδες (Hellholm 1989). Υπήρξε σαφής διαφοροποίηση στην αντίληψη της επίσημης, ιερατικής ιδεολογίας από τη μία μεριά, και της λαϊκής τάξης από την άλλη. Για παράδειγμα, στο Δημοτικό Χρονικό – πολιτική σύνθεση της Ύστερης Περιόδου – η Περσική κατοχή περιγράφεται με τα πιο μελανά χρώματα και ο Πέρσης ηγεμόνας χαρακτηρίζεται ως ο "απόλυτος εχθρός" (Devauchelle 1995). Την ίδια στιγμή, ωστόσο, μαγικοί πάπυροι γραμμένοι στη Δημώδη γραφή περιείχαν και μαγικές επωδές για την προστασία των ξένων ηγεμόνων (Griffiths & Thompson 1921, 86-7).
Η αυξημένη προκατάληψη έναντι των αλλοεθνών κατά την Ύστερη Περίοδο που ακολούθησε ενεργοποίησε ένα παλιό αγαπημένο θέμα της Αιγυπτιακής λογοτεχνίας: την προσμονή για την άφιξη ενός Φαραώ-μεσσία, ο οποίος θα επανέφερε την πολιτική τάξη και τη θρησκευτική καθαρότητα και θα επέβαλε την επαναλειτουργία των ναών στα πρότυπα της Φαραωνικής περιόδου (Assmann 1989). Η αγνότητα και η καθαρότητα των Αιγυπτίων ιερέων (μαγικός ασκητισμός) ήταν άμεσα συνδεδεμένες με την τελετουργική δραστηριότητα στους ναούς και ερχόταν σε αντίθεση με τη μη-καθαρότητα των εισβολέων, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε φαινόμενα παρασιτικών ασθενειών και επιδημιών να συνδεθούν με τη μη-καθαρότητα των αλλοεθνών (Meyer 1999). Ασθένειες, όπως η λέπρα, θεωρούνταν ότι προέρχονταν από σημιτικές φυλετικές ομάδες, ενώ μία επιγραφή από τον ελληνορωμαϊκό ναό στην Έσνα απαγόρευε ρητά την είσοδο στο ναό σε όσους υπέφεραν από τη συγκεκριμένη αρρώστια (Sauneron 1960, 111-15).
Κατά συνέπεια, η "δαιμονοποίηση" των αλλοεθνών κατά την Ύστερη Περίοδο είχε τις ρίζες της στην βαθιά πεποίθηση της Αιγυπτιακής ελίτ – ιερέων, ανώτερων αξιωματούχων – ότι οι εισβολείς όχι μόνο εποφθαλμιούσαν την κυριαρχία και ακεραιότητα του Αιγυπτιακού κράτους, αλλά και ότι εισήγαγαν φαινόμενα διαφθοράς και σήψης, καταπατώντας τις παραδοσιακές αρχές της Αιγυπτιακής κοινωνίας. Η αρνητική αυτή στάση έναντι των αλλοεθνών επέζησε ακόμα και επί Ηροδότου ο οποίος χαρακτηριστικά επισημαίνει, ότι οι Αιγύπτιοι θεωρούσαν τους Έλληνες μη-καθαρούς, γιατί θυσίαζαν και κατανάλωναν ιερά ζώα: "εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς, απαγορευόταν σε κάθε Αιγύπτιο, άνδρα ή γυναίκα, να φιλήσει Έλληνα στο στόμα, ή να χρησιμοποιήσει το μαχαίρι ενός Έλληνα, ή να φάει το κρέας ενός ζώου που είχε σφαγιαστεί από Έλληνα" (ΙΙ, §41). Με την εμφάνιση και κυριαρχία του Χριστιανισμού, αυτή η έντονη αποστροφή έναντι του ξένου στοιχείου θα μετατραπεί πολύ γρήγορα σε καταδίκη της γηγενούς Φαραωνικής παράδοσης, αυτή τη φορά από τους εκχριστιανισμένους Αιγυπτίους. Οι νέες πεποιθήσεις θα ριζώσουν στην Χριστιανική Αίγυπτο των πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων, καταδικάζοντας τις προηγούμενες παραδόσεις ως δαιμονικές. Όπως πολύ χαρακτηριστικά επισημαίνει ο D. Frankfurter: "όταν οι τοπικές κοινωνίες αρχίζουν να κατανοούν τη θέση τους σε ένα διαπολιτισμικό περιβάλλον (όπως αυτό που προσέφερε ο Ελληνισμός), προσδίδουν συνήθως σημαίνουσα θέση σε θεούς που έχουν τη δυνατότητα να αγκαλιάσουν αυτό το περιβάλλον και, ακολούθως, λιγότερη αξία και αυξανόμενη απειλή σε τοπικούς θεούς και παραδοσιακές οντότητες του πρότερου περιβάλλοντός τους" (1998, 275 και σημ. 28).

[1] Ο μύθος αυτός έχει καταγραφεί στον μαγικό πάπυρο του Τορίνο (verso 6/11-9/5∙ W. Pleyte και F. Rossi, Papyrus de Turin, Leiden, 1869-1876∙ για μετάφραση, βλ. J.F. Borghouts, Ancient Egyptian Magical Texts, Leiden, 1978, 51-5) και περιγράφει την προσπάθεια της θεάς Ίσιδος να εκμαιεύσει από τον ηλιακό θεό Ρα το μυστικό του όνομα, ώστε να θέσει υπό τον έλεγχό της τις δυνάμεις του θεού. Για να το πετύχει αυτό, μεταμορφώθηκε σε σκορπιό και τσίμπησε το θεό εμποτίζοντάς τον με θανατηφόρο δηλητήριο. Μην αντέχοντας τον πόνο, ο θεός προσέφυγε στη βοήθεια των μαγικών γνώσεων της θεάς, η οποία όμως ζήτησε ως αντάλλαγμα το μυστικό του όνομα. Ο θεός επιχείρησε ματαίως να την ξεγελάσει, λέγοντάς της ότι τον αποκαλούν απλώς ως Κχέπερ (ανατέλλων), Ρα (μεσουρανών) και Ατούμ (δύσας), τρία ονόματα που αντιπροσώπευαν τις τρεις φάσεις της καθημερινής του πορείας στο κοσμικό στερέωμα. Εντούτοις δεν κατάφερε να πείσει τη θεά, η οποία πέτυχε στο τέλος να ανακαλύψει το μυστικό του όνομα και, έτσι, όχι μόνο να τον θεραπεύσει αλλά και να τον θέσει υπό τον έλεγχό της.

Aναφορές:


Assmann, J. (1989), 'Königsdogma und Heilserwartung', σε Hellholm 1989.
Baines, J. (1996), 'Contextualising Egyptian representations of society and ethnicity’, σε S. Cooper & G.M. Schwartz (επιμ.), The Study of the Ancient Near East in the Twenty-first Dynasty, Winona Lake, 339-84.
Devauchelle, D. (1995), 'Le sentiment anti-perse chez les anciens Égyptiens', Transeuphratène 9, 68-70.
Frankfurter, D. (1998), Religion in Roman Egypt. Assimilation and Resistance, Princeton.
Griffiths, G.L. & H.Thompson (1921), The Demotic Magical Papyrus of London and Leiden, Oxford.
Hellholm, D. (επιμ.) (1989), Apocalypticism in the Mediterranean World and the Near East. Proceedings of the International Colloquium on Apocalypticism, Uppsala, August 12-17, 1979, Tübingen.
Hornung, E. (1966), Geschichte als Fest: Zwei Vorträge zum Geschichtbild der frühen Mensheit, Darmstadt.
Koenig, Y. (2007), 'The image of the foreigner in the magical texts of Ancient Egypt', σε P.Kousoulis & K.Magliveras (επιμ.), Moving Across Borders. Foreign Relations, Religion and Cultural Interactions in the Ancient Mediterranean, OLA 175, Leuven.
Kousoulis, P. (2009), 'Name vs. function and the problem of otherness in the Egyptian magical discourse of the New Kingdom and the Third Intermediate Period". Επιστημονική ανακοίνωση στο διεθνές αρχαιογνωστικό συνέδριο Ο Άνω, ο Υπεράνω και ο Κάτω Κόσμος της Μεσογείου στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού και Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου, Ρόδος 29-31 Μαίου 2009.
Kousoulis, P. (in press), Apophis: a Study of his Nature and Ritual Execution, Leuven.
Leitz, Ch. (1999; issued 2000), Magical and Medical Papyri of the New Kingdom. Hieratic Papyri in the British Museum VII, London.
Meyer, R. (1999), 'Magical ascesis and moral purity in Ancient Egypt', σε J.Assmann & G.G.Stroumsa (επιμ.), Transformations of the inner Self in ancient Religions, Brill.
Posener, G. (1975), 'Philologie et archéologie égyptiennes', Annuaire du Collège de France 75e année, 409-10.
Sauneron, S. (1960), 'Les Possédés', Bulletin de Institut Français d’Archéolgique Orientale 60, 111-5
Schneider, T. (1989), ‘Mag pHarris XII, 1-5: Eine kanaanäische Beschwörung für die Löwenjagd', Göttinger Miszellen 112, 53-63.
Schwartz, J. (1949), 'Les conquérants perses et la littérature égyptienne', Bulletin de Institut Français d’Archéolgique Orientale 48, 65-80.
Yoyotte, J. (1980-1981), 'Héra d’Héliopolis et le sacrifice humain', Annuaire de l’École Pratique des Hautes Études Vth section 89, 97
Zivie-Coche, C. (1994), 'Dieux autres, dieux des autres. Identité culturelle et altérité dans l’Égypte ancienne', Israel Oriental Studies 14.

Monday, 16 February 2009

ΘΡΗΣΚΕΙΑ - Περί όφεων (I)


Η πρώτη αναφορά στο όνομα του Άποφι ('pp) από τον τάφο του Ανκχτίφι στη Μοάλλα, δυτικές Θήβες (© Π. Κουσούλης)
Κοινός παρανομαστής όλων των κοσμογονικών μύθων των αρχαίων Αιγυπτίων ήταν η ύπαρξη μίας χαοτικής άμορφης κατάστασης που προϋπήρχε της γένεσης του σύμπαντος και ονομαζόταν Νουν (Allen 1988, 88-122). Η κατάσταση αυτή συνδύαζε την πρωταρχική μάζα ύδατος (νουν) με το αρχέγονο σκότος (κέκου σεμάου) και αναγνωρίστηκε ως κυοφορούσα την πρωταρχική ύλη της δημιουργίας. Η ύλη εκδηλώθηκε με μορφή ενός μικρού λοφίσκου, του πρωταρχικού βουνού, πάνω στον οποίο στάθηκε ο δημιουργός θεός και πραγμάτωσε τη συμπαντική λάμψη, τάξη και αρμονία (μάατ). Οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιώντας αρνητικούς όρους, περιέγραφαν την πρωταρχική χαοτική κατάσταση ως εκείνη της "μη-ύπαρξης", της αδράνειας, του σκότους και του αγνώστου, αντιπαραβάλλοντάς τη με τη ύπαρξη και τη δράση, το φως και τη γνώση του δημιουργημένου σύμπαντος κόσμου (Assmann 1990). Μετά τη δημιουργία, οι δυνάμεις του χάους (ίσφετ) συνέχιζαν να υπάρχουν, αποκομμένες έξω από τα σύνορα του σύμπαντος κόσμου, απειλώντας την ουράνια και πολιτική τάξη και ισορροπία του κόσμου και επιδιώκοντας να καταστρέψουν ό,τι δημιούργησε ο δημιουργός θεός.
Η πιο εύστοχη εικονογραφική απόδοση του διαχωρισμού τάξης και χάους αποτέλεσε η μορφή του ουροβόρου όφη ή, αλλιώς, του όφη "με την ουρά στο στόμα (του)" (σεντ-εμ-ρα) (Stricker 1953· Kákosy 1986), η πρώτη εικονογραφική αναπαράσταση του οποίου μαρτυρείται στο Αινιγματικό Βιβλίο του Άλλου Κόσμου (Hornung 1982, 162-5)—μνημειακή εικονογραφική σύνθεση που κοσμούσε τις αίθουσες των νεκρικών βασιλικών θαλάμων του Νέου Βασιλείου στην Κοιλάδα των Βασιλέων στις Θήβες—και, αργότερα, στην επιφάνεια των ανθρωπόμορφων σαρκοφάγων της 21ης Δυναστείας (Niwinski 1988), καθώς και σε μαγικές και ταφικές συνθέσεις της Ελληνορωμαϊκής Περιόδου (Goyon 1985, 124-7). Στις σχετικές αναφορές, ο ουροβόρος όφις περιέβαλε τη μορφή ενός λαγού που αποτελούσε το ιερογλυφικό εικονόγραμμα για τη λέξη ουέν "ύπαρξη, υπάρχω". Έτσι, κατέληξε να συμβολίζει τα σύνορα του σύμπαντος κόσμου, που εμπεριείχε τα δημιουργημένα όντα (θεούς και ανθρώπους) προστατεύοντάς τα από τις δυνάμεις της μη-ύπαρξης (ίσφετ), οι οποίες είχαν αποσυρθεί στις παρυφές του σύμπαντος, έξω από τα σύνορα της δημιουργίας. Παράλληλα αντιπροσώπευε την έννοιες της ατέρμονης γέννησης και το τέλος του γραμμικού χρόνου.
Η ταύτιση του ουροβόρου όφη με τον Άποφι γίνεται στον πάπυρο του Bremner Rhind, κείμενο της Ύστερης Περιόδου, όπου έχει καταγραφεί και η μόνη ολοκληρωμένη τελετουργία εξορκισμού και εξολόθρευσης του οφιοειδούς αυτού δαίμονα. Στο στίχο 32, δίνονται σαφείς οδηγίες στο μάγο/ιερουργό πώς να ζωγραφίσει έναν ουροβόρο όφι, να του δώσει το όνομα Άποφις και, εν συνεχεία, να το κάψει τελετουργικά (Faulkner 1933· Kousoulis 1999 και forthcoming [a]).
Η μοναδική αναφορά στην καταγωγή και γένεση του Άποφι εμφανίζεται στον Ελληνορωμαϊκό ναό της Ίσιδας στην Έσνα (νότια Αίγυπτος). Σύμφωνα μ’ αυτήν, ο Άποφις "γεννήθηκε" από την "πτύελο" της θεάς Νουτ μέσα στον πρωταρχικό ωκεανό του χάους, πριν από την έναρξη της δημιουργίας (Saunereon 1962, 265). Κατά συνέπεια, όχι μόνο προϋπήρξε της δημιουργίας, αλλά αποτέλεσε αναπόσπαστο αρχετυπικό συστατικό της χαοτικής κατάστασης προ δημιουργίας. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι το όνομα και η ιδέα του οφιοειδούς αυτού δαίμονα ήταν άγνωστη στα νεκρικά και θρησκευτικά κείμενα του Αρχαίου Βασιλείου. Η πρώτη αναφορά στον Άποφι με το όνομά του απαντάται στον τάφο του Ανκτίφι, τοπικού άρχοντα στη Μοάλλα (δυτικές Θήβες), και χρονολογείται προς το τέλος της Πρώτης Ενδιαμέσου Περιόδου (περ. 2100 π.Χ.· Vandier 1950, 220-4). Δεν είναι τυχαίο ότι η καθυστερημένη αυτή είσοδος του Άποφι στην Αιγυπτιακή κοσμοθεωρία συμπίπτει με την κατάρρευση του Αρχαίου Βασιλείου, όταν το χάος και η κοινωνική αναρχία κατάφεραν να πλήξουν την φαινομενικά εδραιωμένη εμπιστοσύνη στην πολιτική τάξη της πυραμιδικής εποχής, εδραιώνοντας την πεποίθηση στην ύπαρξη ενός πανίσχυρου, κρυφού εχθρού του ηλιακού θεού και δημιουργού, Ρα, που απειλούσε διαρκώς την κοσμική ισορροπία (Hornung 1990, 103). Ο Άποφις πολύ γρήγορα οικειοποιήθηκε και συνένωσε στην πολυδιάστατη και πολύπλοκη φύση του όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες των οφιοειδών δαιμόνων του Παλαιού Βασιλείου, όπως αυτά έχουν καταγραφεί στα Κείμενα των Πυραμίδων να εξοντώνονται από τους αγαθοδαίμονες, όπως η γατόμορφη θεότητα Μάφντετ, και τους μακάριους νεκρούς (Kousoulis, forthcoming [b]).
Ο καταστροφικός ρόλος του Άποφι εντοπίζεται, inter alia, στην προσπάθεια του να εμποδίσει και, εν συνεχεία, να ακυρώσει την καθημερινή διαδικασία της δημιουργίας, που λάμβανε χώρα με την ανατολή του ήλιου και το νυχτερινό ταξίδι του ηλιακού θεού στο Επέκεινα (Assmann 1995, 49-57). Σύμφωνα με τις νεκρικές συνθέσεις, γνωστές και ως Βιβλία για το Επέκεινα, που στολίζουν τους τοίχους των βασιλικών τάφων στη Θηβαϊκή νεκρόπολη (Hornung 1999), ο Άποφις καραδοκούσε στα έγκατα του Ντουάτ και στόχευε στην παρεμπόδιση της διέλευσης της ηλιακής λέμβου. Η αναπόφευκτη σύγκρουση ελάμβανε χώρα κατά την έβδομη ώρα της νύχτας και κατέληγε στην αδρανοποίηση και προσωρινή εξόντωση του δαίμονα με τη βοήθεια των μαγικών επωδών της Ίσιδας και τη δύναμη των υπόλοιπων θεοτήτων που προστάτευαν το Ρα.
Αυτή η μυθολογική διαμάχη μεταξύ των δυνάμεων της τάξης (μάατ) και των δυνάμεων του χάους (ίσφετ) υλοποιούνταν στη δημόσια/ναϊκή ή ιδιωτική τελετουργία μέσω ειδικών μαγικών πρακτικών εξορκισμού του φιδιού. Η τελετή εξολοθρεύσεως του Άποφι λάμβανε χώρα καθημερινά σε όλους τους μεγάλους ναούς της αρχαίας Αιγύπτου, αλλά πιο εμφατικά σε συγκεκριμένες περιόδους του έτους ή κατά τη διάρκεια των μεγάλων θρησκευτικών εορτών, καθώς επίσης και σε ιδιωτικά νεκρικά δρώμενα. Ο Φαραώ ή ο μάγος/ιερουργός ήταν αυτός που εξόρκιζε το δαίμονα με την αρρωγή της μαγείας (τεχνικές, όπως το "δέσιμο", "κάψιμο", ή "λόγχισμα" ομοιωμάτων του Άποφι από πηλό ή πάπυρο, αποτελούσαν τα πλέον αποτελεσματικά όπλα στη φαρέτρα του ιερουργού) και του θεϊκού λόγου (επωδές), περιφρουρώντας έτσι τη θεϊκή και κοσμική τάξη και ισσοροπία (Kousoulis 1999, 2003 και forthcoming [a]).

Αναφορές:
Allen, J.P. (1988), Genesis in Egypt. The Philosophy of Ancient Egyptian Creation Accounts, New Heaven.
Assmann, J. (1990), Maat. Gerechtigkeit und Unsterblichkeit im alten Ägypten, Munich.
Assmann, J. (1995), Egyptian Solar Religion in the New Kingdom, μετφρ. A. Alcock, London.
Faulkner, R.O. (1933), The Papyrus Bremner-Rhind (British Museum No. 10188), Brussels.
Goyon, J.-Cl. (1985), Les Dieux-Gardiens et la Genèse des Temples, 2 τ., Cairo.
Hornung, E. (1982), Conceptions of God in Ancient Egypt: the One and the Many, μετφρ. J. Baines, London.
Hornung, E. (1999), The Egyptian Books of the Afterlife, μετφρ. D. Lorton, Ithaca/London.
Kákosy, L (1986), "Uroboros", Lexikon der Ägyptologie VI, 886-93.
Kousoulis, P. (1999), Magic and Religion as Theological Performative Unity: The Apotropaic Ritual of Overthrowing Apophis, PhD dissertation, University of Liverpool.
Kousoulis, P. (2003), "The function of Heka as a mobilized force in a theological environment: the apotropaic ritual of overthrowing Apophis", στο Z. Hawass and A.M. Jones (eds.), Egyptology at the Dawn of the Twenty-First Century: Proceedings of the Eighth International Congress of Egyptologists, τ. 2, Cairo, 362-71.
Kousoulis, P., forthcoming [a], Apophis: a Study of his Nature and Ritual Execution, Leuven.
Kousoulis, P., forthcoming [b], "Cat vs. Snake: the semiotics of the conflict in myth and magic".
Niwinski, Α. (1988), 21st Dynasty Coffins from Thebes. Chronological and Typological Studies, Mainz am Rhein.
Sauneron, S. (1962), Les Fêtes Religieuses d’Esna aux Derniers Siècles du Paganisme, Esna V, Cairo.
Stricker, B.H. (1953), De Grote Zeeslang, Leiden.
Vandier, J. (1950), Mo’alla: La tombe d’ Ankhtifi et la Tomb de Sèbekhotep, Cairo.

Friday, 9 January 2009

Εξορκίζοντας το κακό: σημασιολογία της Αιγυπτιακής μαγικής τελετουργίας

“Δημιούργησε τη μαγεία για τους ανθρώπους, με σκοπό να εξορκίζουν το κακό”
(Διδαχές προς τον Μερικαρέ, πάπυρος Hermitage 1116Av, 136-137)

Η έννοια της μαγείας αποδίδεται στην αιγυπτιακή γλώσσα με τον όρο χέκα (Ritner 1993· Koenig 1994· Kousoulis 1999, 2001). Σύμφωνα με τους κοσμογονικούς μύθους των αρχαίων Αιγυπτίων, ο χέκα ήταν η γενεσιουργός αιτία, ο καταλύτης που πραγμάτωσε τη δημιουργία, υλοποιώντας την άμορφη θεϊκή σύλληψη του κόσμου και την εκτέλεσή της ως "λόγου" (χου) ή "εντολής" (μέντετ) (Borghouts 1987). Εξαιτίας της ιδιότητάς της αυτής, η μαγεία θεοποιήθηκε ήδη από το Αρχαίο Βασίλειο (περ. 2500 π.Χ.). Στο νεκρικό ναό του Φαραώ της 5ης Δυναστείας Σαχούρε, ο θεός Χέκα απεικονίζεται να προσφέρει τιμές και νεκρικές προσφορές στον αποθανόντα βασιλιά (Ritner 1993, 15-6). Στα Βιβλία του Άδη –εικονογραφικές συνθέσεις που κοσμούσαν τα βασιλικά νεκρικά συμπλέγματα των Φαραώ του Νέου Βασιλείου (περ. 1552-1069 π.Χ.) στην Κοιλάδα των Βασιλέων (Θήβες, Νότια Αίγυπτος)– ο Χέκα συνόδευε τον ηλιακό θεό Ρα στη νυχτερινή του περιπλάνηση στα σκοτεινά και επικίνδυνα μονοπάτια του Ντουάτ (Άδης), προστατεύοντάς τον από υποχθόνιους δαίμονες και εχθρικές οντότητες (Hornung 1999). Χαρακτηριστική ήταν η σύγκρουση του Ρα με τον οφιοειδή δαίμονα Άποφι– προαιώνιο εχθρό της δημιουργίας και της τάξης– που κατέληγε πάντα στην ταπεινωτική ήττα του δεύτερου με τη συμβολή των μαγικών επωδών (χεκάου) της θεάς Ίσιδος και του "Γηραιού Μάγου" (Χέκα-σεμέσου) (Kousoulis 1999, 2003, forhcoming). Ο χαρακτηρισμός του θεού Χέκα ως "γηραιού" έρχεται να υπογραμμίσει την αρχέγονη καταγωγή του.
Παράλληλα με τη θεολογική της διάσταση η μαγεία (χέκα) είχε και ένα πολυσήμαντο τελετουργικό περιεχόμενο. Ο βασικός μηχανισμός της αποκαλύπτεται σε μία επιγραφή από τη στήλη του Μέττερνιχ (26η Δυναστεία) (Sander-Hansen 1956· Kakosy 1982). Η συγκεκριμένη στήλη εντάσσεται σε μία ειδική κατηγορία αποτρεπτικών μνημείων, των επονομαζόμενων cippi ή στηλών του "Ώρου επί των κροκοδείλων" (Sternberg El-Hotabi 1999). Είχαν ως κεντρικό εικονογραφικό μοτίβο το νεαρό θεό να ποδοπατάει άγρια ερπετά (κροκόδειλους, φίδια, σκορπιούς), ενώ αποτρεπτικές επωδές και ξόρκια κάλυπταν την υπόλοιπη επιφάνειά τους. Αναφέρεται, λοιπόν, στη στήλη του Μέττερνιχ, ότι η μαγεία περιελάμβανε γνώση που έπρεπε να αποκτηθεί, επωδές που έπρεπε να απαγγελθούν, και τεχνικές που έπρεπε να εκτελεστούν. Οι τρεις αυτοί άξονες ενεργοποιούνταν ταυτόχρονα εντός ενός προκαθορισμένου χρονολογικού και τοπολογικού πλαισίου, το οποίο όριζε το ιερό περιβάλλον του ναού κατά τη διάρκεια της καθημερινής θρησκευτικής λειτουργίας ή συγκεκριμένων θρησκευτικών εορτών.
Οι περισσότερες αποτρεπτικές τελετές λάμβαναν χώρα καθημερινά, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στον πάπυρο του Bremner-Rhind: "Αρχή του Βιβλίου Εξόντωσης του Άποφι, εχθρού του Ρα και του Φαραώ Ουέν-νεφερ, που πραγματοποιείται με την ανατολή της κάθε μέρας στον ναό του Άμμωνα-Ρα, ηγεμόνα των θρόνων των δύο Επικρατειών, που κατοικεί στο Καρνάκ" (Faulkner 1933, στίχος 22/1· Kousoulis 1999, 2003). Η καθημερινή εξόντωση των δαιμόνων υπηρετούσε την ανάγκη διατήρηση της κοσμικής τάξης και αρμονίας και αντανακλούσε τις αδιάλειπτες συγκρούσεις των θεών με τους εχθρούς τους στο ουράνιο πεδίο (Kousoulis 2009). Οι τελετές εξορκισμού αποτελούσαν, επίσης, κεντρικά επεισόδια σημαντικών θρησκευτικών εορτών. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της εορτής 14 ημερών προς τιμήν του θεού Ώρου στο Εντφού, ειδώλια με την οφιοειδή μορφή του Άποφι μαζί με αντίστοιχα του σφετεριστή της εξουσίας και προαιώνιου εχθρού του Ώρου, Σηθ, θυσιάζονταν τελετουργικά (Kousoulis 1999). Παρόμοια επεισόδια παρεμβάλλονταν και κατά τη διάρκεια της 23ης και 30ης ημέρας των μυστήριων του Οσιριακού κύκλου στη νεκρόπολη της Δενδέρας (Νότια Αίγυπτος).
Δεν υπήρχε ιδιαίτερη τάξη μάγων επιφορτισμένων με την τέλεση των εξορκισμών. Οι ιερείς ήταν ταυτόχρονα μάγοι και θεραπευτές. Κατείχαν υψηλές θέσεις στην κοινωνική ιεραρχία, απολαμβάνοντας σημαντικά προνόμια και τιμές, ενώ πολλοί από αυτούς θεοποιήθηκαν μετά το θάνατό τους. Ως "γνώστες των (μαγικών) θεμάτων" (ρέχου-κχουτ), μπορούσαν να κινητοποιήσουν τους μαγικούς μηχανισμούς, ανοίγοντας διαύλους επικοινωνίας με τους θεούς και θέτοντάς τους υπό τον έλεγχό τους (Ritner 1993). Γνώστης της μαγείας σήμαινε γνώστης και ικανός χειριστής του μαγικού λόγου και των αποτρεπτικών τεχνικών, των δύο άλλων αξόνων το μαγικού μηχανισμού. Ο ήχος των λέξεων κατείχε κεντρική θέση όχι μόνο στην εκτέλεση μίας τελετής, αλλά και στον καθορισμό της σημασίας και του σκοπού της (Schneider 2000· Koenig 2007). Η ιερή γλώσσα των Αιγυπτίων, μέσα από τη χρήση τεχνικών όπως αυτών της ομοηχίας, παρονομασίας ή του λεκτικού συμβολισμού, καθίστατο σημαντική πηγή θεολογίας και θεουργίας, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Γάλλος αιγυπτιολόγος Philip Derchain: "Les figures les plus productives de théologie ont été la paranomase et l’allitération" (1994, 220). Οι επωδές δεν ακολουθούσαν μία συγκεκριμένη αφηγηματική δομή, αλλά το περιεχόμενό τους περιελάμβανε ένα πολυδιάστατο σύνολο μυθολογικών επεισοδίων (historiolae), τα οποία αναπτύσσονταν σε πολλαπλά επίπεδα, και μπορούσαν να κινητοποιηθούν μέσα από ένα συνεχές παιχνίδι με τις λέξεις, τον ήχο ή τη σημασία τους (Frankfurter 1994· Kousoulis 1999).
Ωστόσο η αποτελεσματικότητα του μαγικού λόγου εξαρτιόταν άμεσα από την ταυτόχρονη χρήση συγκεκριμένων αποτρεπτικών τεχνικών. Τέτοιες ήταν η καταστροφή της μορφής ή του ονόματος του δαίμονα με ποδοπάτημα, καύση, λόγχισμα ή τελετουργική ταφή, καθώς και μέσω της διαγραφής της ύπαρξής του από τα σχετικά μνημεία ή παπύρους (damnatio memoriae) (Frankfurter 1995· Kousoulis 1999). Ο συνδυασμός λόγου και πράξης ήταν πολύ σημαντικός για την επιτυχή έκβαση της τελετής. Και οι δύο αυτοί άξονες είχαν κωδικοποιηθεί, ως γραφή και εικόνα (βινιέτα/τοιχογραφία), στην επιφάνεια μνημειακών συνόλων και παπύρων. Δεν αποτυπώνονταν όλες οι πράξεις της τελετής πάνω στα μνημεία, αλλά επιλέγονταν μεμονωμένα επεισόδια για να καλύψουν συγκεκριμένες επιφάνειες του μνημείου. Αυτές ήταν συνήθως οι εξωτερικές πλευρές του ναού ή ταφικού συμπλέγματος που ήταν εύκολα προσβάσιμες σε όλους. Κατά αυτόν τον τρόπο η θέα των εξοντωμένων εχθρών λειτουργούσε προπαγανδιστικά υπέρ της δύναμης και αποτελεσματικότητας της πολιτικής και ιερατικής εξουσίας.
Οι αναπαραστάσεις αποτρεπτικών τελετών, αλλά και κάθε είδους τελετουργικής δραστηριότητας στη ναϊκή εικονογραφία λειτουργούσε σε τριπλό επίπεδο: στο ιδεατό/συμβολικό (αναπαράσταση/δεικνούμενον) και γλωσσικό (επωδές/λεγόμενον), ως έκφραση συγκεκριμένων μύθων και παραδόσεων, και στο τελετουργικό (δρώμενον) με την ταύτιση των συμμετεχόντων στην τελετουργική διαδικασία με τους πρωταγωνιστές των παραδόσεων αυτών (Assmann 1992). Έτσι, στην τελετή εξόντωσης του ιπποπόταμου-Σηθ που απεικονίζεται στην εικόνα 3, το δεικνούμενον συνίστατο στην εικονογραφική απεικόνιση του Φαραώ ως υπέρτατου ιερουργού να θυσιάζει τον Σηθ –ως ιπποπόταμο– ενώπιον του Ώρου. Το λεγόμενον αποτελούσαν οι συνοδευτικές επιγραφές που επεξηγούσαν, συμπλήρωναν και διαπότιζαν την εικόνα με την αλληγορία του ιερού λόγου, ταυτίζοντας συμβολικά μέλη του ζώου με τα αντίστοιχα των θεών:
  • «Το στήθος είναι το μάτι του Ώρου,
    το πόδι είναι τα γεννητικά όργανα του Σηθ.
    Όπως ο Ώρος είναι ικανοποιημένος με τα μάτια του,
    (και) ο Σηθ είναι ικανοποιημένος με τα γεννητικά του όργανα,
    έτσι (και ο θεός) είναι ικανοποιημένος με αυτά τα επιλεγμένα κομμάτια κρέατος».
Η προφορική απαγγελία και, ακολούθως, η μεταφορά της ως επιγραφή στην επιφάνεια του μνημείου αποτελούσε το συνδετικό κρίκο μεταξύ των επωδών και της συμβολικής της υπόστασης, ως "λογοτεχνικής-παραστατικής" πηγής μυθολογικής και θεολογικής μεσολάβησης για την ανάδυση του ιερουργού/Φαραώ από τον γήινο χωρόχρονο στο κοσμικό γίγνεσθαι. Τέλος, το τρίτο επίπεδο (δρώμενον) είναι αυτό που οι μελετητές προσπαθούν να αναπαράγουν και αξιολογήσουν μέσα από τη μελέτη των δύο πρώτων επιπέδων. Το δρώμενον ήταν η τελετουργική πράξη, όπου ο ιερέας και το ιερό άγαλμα αντικαθιστούσαν το Φαραώ και τη μορφή της θεότητας της εικόνας αντίστοιχα. Το δρώμενο συνίστατο στην προετοιμασία και προσφορά από τον ιερέα μαγειρεμένων κομματιών του θυσιαζόμενου ζώου στο άγαλμα του θεού, όπως αλληγορικά αναφέρεται στο κείμενο.
Επομένως, η μαγεία κατά τη Φαραωνική περίοδο δεν ήταν ένα σύστημα ξεκομμένο από τη δομή της κοινωνίας και του θρησκευτικού γίγνεσθαι, αλλά περιελάμβανε ένα βαθύ θεολογικό υπόβαθρο και ένα πολυδιάστατο corpus θεωρητικών και πρακτικών εφαρμογών. Απέβλεπε στην κινητοποίηση μυθολογικών και συμβολικών μοτίβων και δυνάμεων σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή και εντός ενός προκαθορισμένου λατρευτικού περιβάλλοντος. Με άλλα λόγια, η αρχαία Αιγυπτιακή μαγεία ως χέκα πρέπει να εκληφθεί ως η προσωποποίηση της τελετουργικής διαδικασίας.
Αναφορές:
Assmann, J. (1992), "Semiosis and interpretation in ancient Egyptian ritual", στο S. Biderman και B-A. Scharfstein (επιμ.), Interpretation in Religion, Leiden, 87-109.
Borghouts, J. (1987), "Akhou - Hekaou: two basic notions of Ancient Egyptian magic, and the concept of the divine creative word", στο A. Roccati and A. Siliotti (επιμ.), La Magia in Egitto ae Tempi dei Faraoni, Milan, 29-46.
Derchain, Ph. (1996), "Theologie et literature", στο A. Loprieno (επιμ.), Ancient Egyptian Literature. History and Forms, Leiden/New York/Köln, 351-60.
Frankfurter, D. (1995), "Narrating power: the theory and practice of the magical historiola in ritual spells", στο M. Mayer και P. Mirecki (επιμ.), Ancient Magic and Ritual Power, Leiden, 457-76.
Frankfurter, D. (1994), "The magic of writing and the writing of magic: the power of word in Egyptian and Greek traditions", Helios 21, 189-221.
Hornung, E. (1999), The Ancient Egyptian Books of the Afterlife, μτφρ. D. Lorton, Cornel.
Kakosy, L. (1982), "Metternichstele", Lexikon der Agyptologie IV, 122-23.
Koenig, Y. (2007), "Magic and religion: performativity and analogy", στο P. Kousoulis (επιμ.), Studies on the Ancient Egyptian Culture and Foreign Relations, Rhodes, 55-68.
Koenig, Y. (2002), La Magie en Égypte, Paris.
Kousoulis, P. (2003), "The function of Heka as a mobilised force in a theological environment: the apotropaic ritual of overthrowing Apophis", στο Z. Hawass και A.M. Jones (επιμ.), Egyptology at the Dawn of the Twenty-First Century: Proceedings of the Eighth International Congress of Egyptologists, τ. 2, Cairo, 362-71.
Kousoulis, P. (2001), "Heka: its theological aspects and importance to the fabric of the Egyptian cosmos", Ancient Egypt 7, vol. 2/1, 23-38.
Kousoulis, P. (1999), Magic and Religion as Performative Theological Unity: the Apotropaic Ritual of Overthrowing Apophis, PhD Dissertation, University of Liverpool, Liverpool.
Kousoulis, P. (forthcoming), Apophis: a Study of his Nature and Ritual Execution, Leuven.
Ritner, R.K. (1993), The Mechanics of the Ancient Egyptian Magical Practices, Chicago.
Sander-Hansen, C.E. (1956), Die Texte der Metternichstele, Copenhagen.
Schneider, T. (2000), "Die Waffe der Analogie: Altägyptische Magie als System", στο K. Gloy και M. Bachmann (επιμ.), Das Analogiedenken: Verstösse in ein neues Gebiet der Rationalitätstheorie, Munich, 37-83.
Sternberg-El Hotabi, Heike (1999), Untersuchungen zur Uberlieferungsgeschichte der Horusstelen ein Beitrag zur Religionsgeschichte Agyptens im 1. Jahrtausend v. Chr., Wiesbaden.

Thursday, 11 December 2008

Περί δαιμόνων και αμφισημίας της δαιμονικής φύσης στην Αιγυπτιακή μαγεία


Questi è Nembròtto per lo cui mal coto
pur un linguaggio nel mondo non s'usa
(Dante, Inferno, XXXI 78-79)

Η πίστη στην ύπαρξη και πολύπλευρη δράση των δαιμόνων διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων των αρχαίων κοινωνιών, τόσο στο πρακτικό επίπεδο (θρησκευτική τελετουργία, ιδιωτική λατρεία και μαγεία), όσο και στα θεολογικά, κοσμογονικά και φιλοσοφικά τους συστήματα. Σε αντίθεση, ωστόσο, με την αρχαία Ελλάδα, όπου οι δαίμονες απέκτησαν γρήγορα αυτόνομη οντότητα με ξεκάθαρα χαρακτηριστικά, στην Αιγυπτιακή παράδοση υπάρχει μεγάλη αμφισημία στην ονοματοποιία και τα χαρακτηριστικά της δαιμονικής φύσης (Kousoulis 2009· Kurth 2003· Meeks 2001· Te Velde 1975).
Η αμφισημία αυτή προέρχεται κυρίως από την απουσία της λέξης δαίμονας στην Αιγυπτιακή γλώσσα και γραμματεία και, κατά συνέπεια, από την αδυναμία συγκρότησης αυστηρώς οροθετημένων και παγιωμένων—στον τόπο και το χρόνο—δαιμονικών υποστάσεων. Παλαιότερες θεωρητικές κατηγοριοποιήσεις και χαρακτηρισμοί των δαιμόνων, ως αντιπροσώπων του χάους και ως όντων εκτός ύπαρξης, διαφορετικών από τα πλάσματα της δημιουργίας και τους θεούς, ή υποδεέστερων θεϊκών οντοτήτων στην υπηρεσία του δημιουργού θεού, μεσαζόντων μεταξύ θεών και ανθρώπων και διαφορετικών από τις αγαθοεργείς προστάτιδες θεότητες, αντανακλούν μόνο εν μέρει τη δαιδαλώδη υφή της Αιγυπτιακής δαιμονολογίας και δεν θα πρέπει να λειτουργούν ως ad hoc ερμηνείες της (Meeks 1971).
Η θεολογική σκέψη των αρχαίων Αιγυπτίων συνέλαβε και οργάνωσε τον κόσμο των θεών σύμφωνα με τις λειτουργίες και εκδηλώσεις της ανθρώπινης ύπαρξης και τις συνισταμένες του κοινωνικού γίγνεσθαι: οι θεοί όχι μόνο διέτρεχαν όλα τα στάδια της ανθρώπινης εξέλιξης—γέννηση, ζωή, θάνατος—αλλά εκδήλωναν αισθήματα και συμπεριφορές σύμφωνες με την ανθρώπινη φύση και κοινωνική οργάνωση. Οι δαίμονες ταυτίστηκαν πολύ γρήγορα με τις κατώτερες τάξεις της Αιγυπτιακής κοινωνίας, όπως επίσης με αλλοεθνείς που επιβουλεύονταν την ανεξαρτησία και ευημερία της. Για την άμυνα και περιφρούρηση της κοινωνικής συνοχής και κοσμικής τάξης έναντι των πολυδιάστατων εχθρικών δαιμονικών ομάδων, οι Αιγύπτιοι συνέταξαν τις ιδιαίτερες τελετές εξορκισμού και αποτρεπτικές επωδές, που αποτέλεσαν τον ακρογωνιαίο λίθο της Αιγυπτιακής μαγικής παράδοσης.
Εντούτοις, η ιδέα των δαιμόνων ως αρνητικών αντιγράφων των θεϊκών οντοτήτων δεν λειτούργησε ποτέ ως σημείο αναφοράς στο μαγικοθρησκευτικό σύστημα των Αιγυπτίων, παρά τις όποιες αρχέγονες ετερώνυμες ιδιότητες του δίπολου μάατ («τάξη, αρμονία, ηθική») – ίσφετ («κακό, αταξία, ανηθικότητα») (Assmann 1990). Υπήρχαν αρκετοί όροι για το «καλό» (ίκερ, μάα, μένεκχ, νέφερ) και το «κακό» (μπιν, ντζου, ιάου) στην Αιγυπτιακή γλώσσα, όχι όμως ως διαμετρικά αντίθετες και συγκρουόμενες έννοιες—κατά το πρότυπο των αντικρουόμενων δυνάμεων καλού/κακού της Χριστιανικής παράδοσης—αλλά ως αλληλοσυμπληρούμενες εν δυνάμει συνιστώσες της ζωής και του κόσμου. Η Αιγυπτιακή δαιμονολογία βρίθει από περιπτώσεις δαιμονικών οντοτήτων που εμπεριείχαν εξίσου θετικές και αρνητικές ιδιότητες ή που μεταλλάχθηκαν από δαίμονες σε θεότητες και vice versa (Kousoulis 2009). Για παράδειγμα, η θεότητα Ταουρέτ που είχε τη μορφή ιπποπόταμου, ήταν ένα άσημο δαιμονικό ον με ιδιαίτερα αποτρεπτικά χαρακτηριστικά και ιδιότητες στην εικονογραφία των μαγικών ράβδων του Μέσου Βασιλείου (περ. 2040-1674 π.Χ.), αλλά βαπτίστηκε και μεταλλάχθηκε σε ανεξάρτητη θεότητα κατά το Νέο Βασίλειο (περ. 1552-1069 π.Χ.), αποκτώντας δικό της λατρευτικό κέντρο και πιστούς. Το ίδιο συνέβη με τον λεοντοκέφαλο νάνο Μπες, ο οποίος ξεκίνησε ως αγαθοδαίμονας για να μετεξελιχθεί σε πολύ σημαντική θεότητα, προστάτιδα των εγκύων και των νεογνών, κατά την Ύστερη και Ελληνορωμαϊκή Περίοδο (1η χιλιετία π.Χ.). Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν περιπτώσεις γνωστών εκπροσώπων του Αιγυπτιακού πανθέου στο χαρακτήρα των οποίων συνυπάρχουν θεϊκά και δαιμονικά χαρακτηριστικά. Τέτοιοι είναι, για παράδειγμα, οι πολύ γνωστοί θεοί Χνουμ, Ρα και Ώρος, οι οποίοι εμφανίζουν ιδιαίτερα κακόβουλες συμπεριφορές σε αρκετούς μαγικούς παπύρους (π.χ. στον πάπυρο του Leiden I 346).
Η πλειονότητα, ωστόσο, των δαιμόνων δε συνδέθηκε με συγκεκριμένα θρησκευτικά κέντρα, ούτε απολάμβανε λατρείες και προσφορές. Ήταν συνήθως όντα εξαρτημένα από κάποια θεότητα και λειτουργούσαν υπό τις εντολές της. Ο ρόλος τους ήταν προστατευτικός ή εκτελεστικός: απέτρεπαν ο,τιδήποτε απειλούσε την ασφάλεια και ακεραιότητα των προστατευόμενών τους και τιμωρούσαν όσους παρέβαιναν τους νόμους και επιταγές της θεϊκής τάξης (Cauville 1990). Συγκροτούνταν σε επταμελείς ομάδες με ξεχωριστά ονόματα και ιδιότητες: κχάτιου («πολεμιστές»), χάμπιου («απεσταλμένοι»), ουέπ-ουέτιου («πληροφοριοδότες»), σεμάιου («περιπλανώμενοι»), ή φέροντας το γενικότερο τίτλο σέσερου («βέλη»). Οι σέσερου τελούσαν υπό τις εντολές της θεάς Σεκχμέτ και επιστρατεύονταν τόσο κατά θεών, όσο και κατά ανθρώπων. Τιμωρούσαν τους αμαρτωλούς ή όσους έμπαιναν εμπόδιο στα σχέδιά τους προκαλώντας θανατηφόρες ασθένειες και καταστροφές. Για προστασία από τη δράση αυτών των δαιμονικών ορδών, οι Αιγύπτιοι μάγοι και θεραπευτές έφτιαχναν φυλαχτά από φύλλα παπύρου, τα οποία έφεραν αποτρεπτικές επωδές και βινιέτες (εικονογραφικά μοτίβα), και τα κρεμούσαν στο λαιμό του πάσχοντα.
Μία άλλη ομάδα δαιμόνων ήταν επιφορτισμένη με τη φύλαξη των πυλών του Άλλου Κόσμου (Ντουάτ), την τιμωρία των καταδικασμένων στην ανυπαρξία αμαρτωλών-νεκρών και την προστασία του θεού Όσιρι (Hornung 1968). Η λέξη Ντουάτ σημαίνει λυκαυγές και περιγράφει ένα μυθογραφικό περιβάλλον, στο οποίο ο νεκρός είχε τη δυνατότητα ανυπέρβλητης προσωπικής εξέλιξης και μεταμόρφωσης σε ευλογημένο πνεύμα (σακχ) με την αρωγή του ηλιακού θεού (Κουσούλης 2004). Η μετάπλαση του νεκρού γινόταν μέσα από το επίπονο και μακρύ ταξίδι του στους μυστικούς και σκοτεινούς τόπους του, όπου η γνώση των ονομάτων των δαιμονικών φρουρών ήταν ζωτικής σημασίας για την ασφαλή διέλευσή του. Όσοι νεκροί δεν κατάφεραν, εξαιτίας των κριμάτων τους, να περάσουν τη ψυχοστασία και την αρνητική εξομολόγηση ενώπιον του Όσιρι και των 42 αγαθοδαιμόνων/δικαστών, καταδικάζονταν στην αιώνια ανυπαρξία και βασανίζονταν από τους δαίμονες-τιμωρούς του θεού.
Οι αμαρτωλοί νεκροί ονομάζονταν μουτ και μαζί με άλλες δαιμονικές οντότητες πρωταγωνιστούσαν σε επιθέσεις στους ζωντανούς, είτε με τη μορφή θανατηφόρων επιδημιών και προσβολών της ψυχοσωματικής υπόστασής τους, όπως μαρτυρούν σχετικές αναφορές στους ιατρικούς παπύρους, είτε με την αποστολή κακόβουλων ονείρων και εφιαλτών (Kousoulis 2007). Οι επιθέσεις στόχευαν σε συγκεκριμένα εσωτερικά όργανα και μέλη του ανθρωπίνου σώματος και τα αποτελέσματά τους μορφοποιούνταν ως συμπτώματα επικίνδυνων ασθενειών.
Εκείνο που χαρακτήριζε ιδιαίτερα τις δαιμονικές οντότητες ήταν η ποικιλία των ονομάτων, επιθέτων και μορφοποιήσεών τους. Ο οφιοειδής δαίμονας Άποφις, για παράδειγμα, είχε δύο υποστάσεις (όφεως και θαλάσσιας χελώνας) και πάνω από 130 ονόματα και επίθετα, εκ των οποίων μόνο τα 29 μνημονεύονταν κατά τη διάρκεια της τελετής εξόντωσής του, όπως αυτή έχει καταγραφεί στον πάπυρο του Bremner-Rhind (Kousoulis 1999, forhcoming). Το αξιοσημείωτο είναι, ότι αρκετά από τα δαιμονικά αυτά ονόματα δεν είχαν αυτόνομη σημασιολογική υπόσταση έξω από το εξειδικευμένο τελετουργικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονταν. Επινοούνταν για να υπηρετήσουν καθορισμένους τελετουργικούς σκοπούς—εξόντωσης/εξορκισμού ή υποταγής/ελέγχου του δαίμονα στη θέληση και τους σκοπούς του ιερουργού—μέσα από την ιδιαίτερη συσχέτισή τους με ήχους, φόρμουλες και εκφράσεις του μαγικού λόγου. Λογοτεχνικοί μηχανισμοί, όπως η παρονομασία, παρήχηση και ομοφωνία, ή λογοπαίγνια ως προς τη συμβολική/αλληγορική συσχέτιση δαιμονικού ονόματος και μορφολογικών χαρακτηριστικών, αποτελούσαν σημαντικά όπλα στη φαρέτρα του μάγου/ιερουργού στη μάχη του κατά των δαιμόνων.
Τα δύο παραδείγματα που ακολουθούν θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τη σημασία της τεχνητής/μαγικής δημιουργίας και του ελέγχου δαιμονικών οντοτήτων μέσα από τον ειδικό χειρισμό του μαγικού λόγου. Αποτελούν μέρος των μαγικών επωδών κατά του Άποφι από τις επιγραφές στον Πτολεμαϊκό ναό του Ώρου στο Εντφού (Νότια Αίγυπτος):
  • «Σε υμνώ (χένου), ω θεά της χαράς, θεά της υμνωδίας (χένου)! Ο όφις-χέντι εξοντώνεται (χέντ) με το τελετουργικό μαχαίρι!»
Η εκτεταμένη χρήση του ήχου χ μέσα από ομόηχες λέξεις οδηγεί στη δημιουργία του δαιμονικού ονόματος χέντι.
  • «Ο όφις ερ-ντζάφ καίγεται! Ο όφις σεφ-τσέχ δεν υπάρχει πια, επειδή αποκόπηκαν (σέφετς) τα μάτια του!»
Η επινόηση του δαιμονικού οφιοειδούς δαίμονα σεφ-τσέχ και η ταυτόχρονη καταστροφή του προκαλούνται μέσα από την παρήχησή του με το ρήμα σέφετς. Σε άλλες, πάλι, περιπτώσεις ο μαγικός λόγος—ως ήχος ή εικόνα (βινιέτα ή τοιχογραφία)—μπορούσε να δημιουργήσει αμφισημία ως προς τη σχέση του δαιμονικού ονόματος με τις αντίστοιχες ιδιότητές του. Έτσι, δαιμονικά ονόματα όπως τα ουέντι, χεμ-χέμτι και ουέμπερ, που είχαν ταυτιστεί με την αρνητική υπόσταση του Άποφι, παρουσιάζονται σε άλλα κείμενα (π.χ. στη Βίβλο των Νεκρών) να εμφορούνται από θετικές ιδιότητες και να λειτουργούν ως αγαθοδαίμονες και προστάτες των ευλογημένων νεκρών.
Συνοψίζοντας, δύο στοιχεία πρέπει να επισημανθούν. Το πρώτο αφορά στη δύναμη της τελετουργικής διαδικασίας, η οποία μέσα από τη χρήση ιδιαίτερων μηχανισμών δημιουργούσε και, ταυτόχρονα, έλεγχε δαιμονικά ονόματα και υποστάσεις, εφόσον, σύμφωνα με την Αιγυπτιακή κοσμοθεωρία, το όνομα περιέκλειε όλα τα» χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες του όντος. «Σε γνωρίζω, γιατί γνωρίζω το όνομά σου», όπως πολύ χαρακτηριστικά αναγράφεται στην επωδή 407 των Κειμένων των Σαρκοφάγων. Το δεύτερο στοιχείο, το οποίο ουσιαστικά συνάδει με το πρώτο, αφορά στην ανυπαρξία διακριτών κατηγοριών μεταξύ θεών (νετσερού), δαιμόνων και πνευμάτων (μπάου, κάου ή άκχου). Οι οντότητες αυτές αποτελούσαν απλώς εκδηλώσεις του άυλου, υπερφυσικού κόσμου—μορφοποιούμενες κατά βούληση από τον ανθρώπινο νου—αλλά και σημεία επικοινωνίας με τους ανθρώπους, επιθυμητά ή ανεπιθύμητα, αλλά, κυρίως, ανερμάτιστα.
Αναφορές:
Assmann, J. (1990), Maat. Gerechtigkeit und Unsterblichkeit im alten Ägypten, Munich.
Cauville, S. (1990), "À propos des 77 génies de Pharbaithos", Bulletin de l’Institut français d’archéologie orientale 90, 115-33.
Hornung, E. (1968), Altägyptische Höllenvorstellungen, Berlin.
Kousoulis, P. (forthcoming), Apophis: A Study of his Nature and Ritual Execution, Leuven.
Kousoulis, P. (2009), Ancient Egyptian Demonology: Studies on the Boundaries between the Demonic and the Divine in Egyptian Magic, Leuven.
Kousoulis, P. (2007), "Dead entities in living bodies: the demonic influence of the dead in the medical texts", στο J.-C. Goyon και Ch. Carden (επιμ.), Actes du IXe Congrès International des Egyptologues, 6-12 September 2004, Grenoble, France, Leuven.
Κουσούλης, Π.Η.Μ. (2004), Προς Αναζήτηση της Αιώνιας Ζωής. Θάνατος και Ταρίχευση στην Αρχαία Αίγυπτο, Θεσσαλονίκη.
Kousoulis, P. (1999), Magic and Religion as performative Theological Unity. The Apotropaic Ritual of Overthrowing Apophis, PhD dissertation, University of Liverpool, Liverpool
Kurth, D. (2003), "Suum Cuique. Zum Verhältnis von Dämonen und Göttern im alten Ägypten", στο A. Lange, H. Lichtenberger και K.F. Diethard Römheld (eds.), Die Dämonen/Demons, Tübingen, 45-60.
Meeks, D. (2001), "Demons", στο D. Redford (επιμ.), The Oxford Encyclopedia of Ancient Egypt, τ. 1, Oxford, 375-8.
Meeks, D. (1971), "Génies, Anges, Démons en Égypte", στο P. Garelli (επιμ.), Génies, Anges et Démons, Paris, 19-84.
Τe Velde, Η. (1975), "Dämonen", Lexikon der Ägyptologie I, 980-4.