Monday, 9 February 2009

30 μούμιες και μία ανέπαφη σαρκοφάγος ανακαλύφθηκαν στη νεκρόπολη της Σακκάρα

Αιγύπτιοι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν περίπου 30 μούμιες και τουλάχιστον μια ανέπαφη σαρκοφάγο σε νεκρόπολη στην περιοχή της Σακκάρα, ηλικίας το λιγότερο 4.300 χρόνων.
Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν το νεκροθάλαμο στη δυτική πλευρά της βαθμιδωτής πυραμίδας στη Σακκάρα, μια από τις αρχαιότερες λίθινες κατασκευές του κόσμου που χρονολογείται από το 2.650 π.Χ. Οι μούμιες φαίνεται να είναι διαφόρων ηλικιών. Η μια χρονολογείται από το 640 π.Χ., όπως και η ανέπαφη σαρκοφάγος, η οποία είναι κατασκευασμένη από ασβεστόλιθο και σφραγισμένη με γύψο. Το ταφικό σύνολο είναι προφανώς πολύ παλαιότερο: «Πιστεύουμε ότι ανήκει στο Παλαιό Βασίλειο, πιθανότατα στην Πέμπτη ή Έκτη Δυναστεία» δήλωσε ο αρχαιολόγος Αμπντέλ Χακίμ Καράρ.
Δεν είναι συνηθισμένο να ανακαλύπτονται ανέπαφοι τάφοι σε γνωστές νεκροπόλεις, όπως αυτές της Σακκάρα, η οποία εξυπηρετούσε τις ταφικές ανάγκες της γειτονικής πόλης της Μέμφιδος, καθώς οι ληστές λυμαίνονταν την περιοχή στους αρχαίους χρόνους. Οι αρχαιολόγοι εκτιμούν ότι θα ανοίξουν τη σαρκοφάγο προς τα τέλη της εβδομάδας και πιθανόν να βρουν κτερίσματα μεταξύ των ταινιών που είναι τυλιγμένες οι μούμιες.
Στην ανακοίνωση αναφέρεται ότι κι άλλη σαρκοφάγος, κατασκευασμένη από ξύλο δεν έχει ανοιχθεί από την εποχή των Φαραώ, αλλά ο Καράρ δήλωσε ότι οι ληστές των αρχαίων τάφων πρέπει να την είχαν εντοπίσει πρώτοι. Μέσα σε αυτή οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν μια ολόκληρη μούμια ενός άνδρα που αποκαλείτο Μπάντι Ανχερί, σύμφωνα με τα γραφικά επί της σαρκοφάγου, συνέχισε ο Καράρ.

Για περισσότερες πληροφορίες, κάντε κλκ εδώ.

Πηγές: EEF/Reuters/ΔΟΛ

Σκάνδαλα και δολοπλοκίες στη Φαραωνική αυλή!


Συλλογή φόρου από οικονομικούς επιθεωρητές της Αβύδου, αρκετοί από τους οποίους κατηγορήθηκαν για οικονομικές ατασθαλίες σύμφωνα με τις πηγές της εποχής. Λεπτομέρεια παράστασης από τον τάφο του Ρεκχμίρε, διοικητού των Θηβών στα μέσα της 18ης Δυναστείας (De Garis Davis 1943, pl. XXXIV)
Η εσωτερική συγκρότηση του αρχαίου Αιγυπτιακού κράτους βασιζόταν σε τρεις βασικούς παράγοντες: την οικονομία, τη θρησκεία και την πολιτική ιδεολογία. Οι παράγοντες αυτοί συνδέονταν και αλληλοσυμπληρώνονταν μέσα από ένα ευρύ και ποικιλότροπο πλέγμα ενεργειών και δράσεων. Ο Φαραώ θεωρείτο ως ο αντιπρόσωπος της θεϊκής παρουσίας επί γης και, συνάμα, ο θεμελιωτής και εγγυητής της ουράνιας και κοσμικής τάξης, έθους και αρμονίας (μάατ) (O’Connor και Silverman 1995∙ Assmann 1989 και 1990). Ταυτόχρονα, ήταν ο απόλυτος εκφραστής και διαχειριστής της παραγωγικής διαδικασίας και των οικονομικών συναλλαγών. Η γη της Αιγύπτου θεωρείτο ιδιοκτησία του, την οποία διένειμε προς καλλιέργεια και εκμετάλλευση στους φορείς της πολιτικής, διοικητικής και θρησκευτικής εξουσίας και το λαό (Kousoulis 2007∙ Kemp 2005, 232-60). Ωστόσο, η συχνά αλόγιστη παροχή οικονομικών προνομίων και εκτάσεων γης στα μεγάλα θρησκευτικά κέντρα οδήγησε στη σταδιακή μεγιστοποίηση της δύναμης του ιερατείου, το οποίο σε περιόδους πολιτικής αστάθειας και παρακμής της κεντρικής εξουσίας μετατράπηκε σε σημαίνοντα πολιτειακό παράγοντα. Όπως θα δούμε, οι περισσότερες περιπτώσεις οικονομικής και πολιτικής διαφθοράς που έχουν καταγραφεί στις Αιγυπτιακές πηγές οφείλονταν στην αδυναμία της πολιτικής εξουσίας να ελέγξει τις υπερβολικές φιλοδοξίες και οικονομικές ατασθαλίες των ανώτερων θρησκευτικών και διοικητικών αξιωματούχων.
Τα νομικά διατάγματα της εποχής, όπως για παράδειγμα το διάταγμα του Χορεμχέμπ (18η Δυναστεία, περ. 1323-1295 π.Χ.) (Kruchten 1981) ή του Σέθου Α΄ (περ. 1294-1279 π.Χ.) (Griffith 1927, 193-206∙ Gardiner 1952, 24-33∙ Edgerton 1947, 219-30), επιλαμβάνονταν συγκεκριμένων υποθέσεων διαφθοράς στρατιωτικών και διοικητικών αξιωματούχων, οι οποίοι επεδίωκαν τον προσωπικό τους πλουτισμό σε βάρος των οικονομικά ασθενέστερων ομάδων του πληθυσμού ή του κράτους. Από τα πιο συνηθισμένα οικονομικά εγκλήματα ήταν η παράνομη παρακράτηση φορολογίας από διοικητικούς ή στρατιωτικούς αξιωματούχους που είχαν επιφορτιστεί με τη συλλογή των φόρων. Το φαινόμενο αυτό μαρτυρείται ήδη από το Αρχαίο Βασίλειο: σε μία χαρακτηριστική τοιχογραφία από τον τάφο του βεζίρη Χεντικά (6η Δυναστεία, περ. 2450 π.Χ.), απεικονίζεται η παραδειγματική τιμωρία πέντε επαρχιακών ηγεμόνων, που κατηγορούνταν για φορολογική διαφθορά. Το φαινόμενο ήταν ιδιαίτερα έντονο σε περιόδους κοινωνικής αστάθειας και παρακμής της κεντρικής πολιτικής εξουσίας, όπως κατά τη διάρκεια των λεγόμενων Μεταβατικών ή Ενδιαμέσων Περιόδων της Αιγυπτιακής ιστορίας, ή προς το τέλος του Νέου Βασιλείου και εξής (Mysliwiec 2000).
Από τα σχετικά διατάγματα πληροφορούμαστε, επίσης, για τις συλήσεις τάφων και ναών που έλαβαν χώρα κατά το 16ο και 17ο έτος της βασιλείας του Ραμσή Θ΄ (περ. 1124-1123 π.Χ.) και κατά το 19ο έτος της βασιλείας του Ραμσή ΙΑ΄ (περ. 1084 π.Χ.) (Peet 1930∙ Vernus 2003, 1-49). Κατηγορούμενοι δεν ήταν μόνο ιδιώτες χαμηλής οικονομικής και κοινωνικής τάξης, αλλά και ανώτεροι ιερείς και διοικητικοί αξιωματούχοι. Οι ανακριτικές έρευνες που διεξήγε ο Ραμσής Θ΄ κατέδειξαν τον τοπικό διοικητή των Δυτικών Θηβών, Παουερά, ως τον εγκέφαλο για τις συλήσεις και κλοπές σε πολλούς από τους βασιλικούς τάφους και νεκρικούς ναούς στην Κοιλάδα των Βασιλέων (Θήβες, Νότια Αίγυπτος). Ακόμα και ο ίδιος ο προϊστάμενος των εργατών, Πενέμπ, κατηγορήθηκε για δωροδοκία, τρομοκρατία, βαρβαρότητα, υπεξαίρεση βασιλικής περιουσίας, καθώς και για φυσική αυτουργία σε πολλές από τις συλήσεις τάφων. Ο κατάλογος με τα κλοπιμαία περιελάμβανε αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα, όπως χρυσό και ασήμι, αλλά και από υποδεέστερα υλικά, όπως γυαλί, ξύλο και χαλκό, υφάσματα και αρώματα. Τα τελευταία προτιμούνταν μόνο στις περιπτώσεις εκείνες όπου η ταφή ήταν πρόσφατη και διατηρούσαν ακόμα τις αρωματικές τους ιδιότητες. Αρκετά από τα κλοπιμαία μεταπουλήθηκαν ή ανακυκλώθηκαν για την κατασκευή και πώληση νέων αγαθών.
Σε μία άλλη περίπτωση διαφθοράς, ένας αρχιερέας ονόματι Πενανούκις στο ναό του θεού Χνουμ στην Ελεφαντίνη κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ραμσή Δ΄ (περ. 1154-1148 π.Χ.) κατηγορήθηκε για ληστεία και οικειοποίηση των ιερών προσφορών και αφιερωμάτων (Vernus 2003, 95-107). Συγκεκριμένα, αποπειράθηκε να πουλήσει το ιερό ζωόμορφο άγαλμα του θεού, πράξη που συνιστούσε όχι μόνο βεβήλωση του ναού και ασέβεια προς τη θεία λατρεία και τον ίδιο τον πατρώο θεό της Ελεφαντίνης, αλλά και περιφρόνηση της μοναρχίας, αφού η τελευταία θεωρείτο η ενσάρκωση του θεϊκού στοιχείου επί γης. Παράλληλα κατηγορήθηκε για πράξεις βαρβαρότητα και σεξουαλικής κακοποίησης γυναικών, καθώς και για παράνομη παρακράτηση και οικειοποίηση ιερών προσφορών και εκτάσεων γης που ανήκαν στην περιουσία του ναού. Είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες κατηγορίες κατά του Πενανούκι υπαγορεύτηκαν από το συνάδελφό του, αρχιερέα Κακχεπές, στοιχείο που τονίζει ιδιαιτέρως το σκληρό ανταγωνισμό για τα οφίκια στα μεγάλα ιερατεία της Αιγύπτου.
Για την πάταξη της υπεξαίρεσης πολύτιμων αντικειμένων, προσφορών ή δωρεών από τους ναούς ο νόμος προέβλεπε σκληρές τιμωρίες:
  • «Όσο για τον αξιωματούχο, ιερέα, γραφέα ή επιθεωρητή τοπικού ναού ή οχυρού, ο οποίος σκοπεύει να υπεξαιρέσει χρυσό, χαλκό, ελεφαντόδοντο ή δωρεά ξένου ηγεμόνα προς το ναό, η τιμωρία θα είναι σκληρή, 100 χτυπήματα, και το πρόστιμο που θα κληθεί να πληρώσει ο παραβάτης θα είναι 80 φορές η αξία των κλοπιμαίων» (Gardiner 1952, 27).
Πολιτικο-οικονομικά ήταν, επίσης, τα κίνητρα της περίφημης συνωμοσίας κατά του Φαραώ Ραμσή Γ΄ (περ. 1186-1154 π.Χ.). Η συνωμοσία εξυφάνθηκε από τη βασίλισσα Τίυ με τη βοήθεια ανώτερων διοικητικών λειτουργών, στρατιωτικών αξιωματούχων, παλλακίδων, ενός ιερέα και ενός μάγου, και είχε ως στόχο τη δολοφονία του Ραμσή Γ΄ και την κατάληψη του θρόνου από τον γιο της βασίλισσας, Πενταουρέ (Vernus 2003, 108-20∙ Redford 2002). Το χρονικό της υπόθεσης και τα αποσπασματικά πρακτικά της δίκης, όπως τα αφηγείται ο ίδιος ο βασιλιάς, έχουν καταγραφεί στους παπύρους Lee (Βρετανικό Μουσείο), Rollin (Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού), Rifaud (Βρετανικό Μουσείο) και στο Δικανικό πάπυρο από το Μουσείο του Τορίνο (De Buck 1937, 152-64). Σύμφωνα με τα αναγραφόμενα σε αυτούς, η βασίλισσα Τίυ κατάφερε να δωροδοκήσει και να εξασφαλίσει τη συνέργεια μεγάλου αριθμού αξιωματούχων της εσωτερικής διοίκησης του παλατιού, ενός στρατιωτικού ηγεμόνα, καθώς και αρκετών παλλακίδων του βασιλικού χαρεμιού. Το σχέδιο στόχευε στη δολοφονία του Φαραώ κατά τη διάρκεια του μεγάλου Εορτασμού της Κοιλάδας που λάμβανε χώρα στο νεκρικό ναό του Ραμσή Γ΄ στο Μεντινέτ Χαμπού (Δυτικές Θήβες, Νότια Αίγυπτος). Οι συνωμότες επιστράτευσαν κάθε μέσο, ακόμα μαγικά ειδώλια καταστροφής, στην προσπάθειά τους να εξοντώσουν το βασιλιά (Ritner 2003, 192-202∙ Goedicke 1963, 71-92). Η συνωμοσία, ωστόσο, απέτυχε και οι εικοσιοκτώ συνωμότες μαζί με ένα αδιευκρίνιστο αριθμό παλλακίδων του βασιλικού χαρεμιού παραπέμφθηκαν στη δικαιοσύνη. Επικεφαλής της δίκης ήταν δώδεκα ανώτεροι πολιτικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι, οι οποίοι ωστόσο δε βγήκαν αλώβητοι από την όλη διαδικασία. Πέντε εξ’ αυτών κατηγορήθηκαν για δωροδοκία και παράνομη συνεύρεση με τις κατηγορούμενες παλλακίδες, με αποτέλεσμα να τιμωρηθούν μαζί με τους συνωμότες. Οι τιμωρίες ήταν βαριές: δεκαεπτά από τους συνωμότες εκτελέστηκαν, ενώ οι υπόλοιποι συμπεριλαμβανομένου και του Πενταουρέ και των διεφθαρμένων δικαστών εξαναγκάστηκαν να αυτοκτονήσουν ή να υποστούν φυσικούς ακρωτηριασμούς και κοινωνική απομόνωση.
Η αναζήτηση των αιτιών γένεσης και εξάπλωσης τέτοιων φαινομένων οικονομικών ατασθαλιών και πολιτικών σκανδάλων στη Φαραωνική Αίγυπτο είναι ένα αρκετά δύσκολο εγχείρημα, που ξεπερνάει το περιεκτικό πλαίσιο του παρόντος άρθρου. Αυτό που θα μπορούσε να επισημανθεί εδώ είναι ότι, για τις περιπτώσεις τουλάχιστον των κλοπών και συλήσεων των βασιλικών τάφων ή των φορολογικών υπεξαιρέσεων, ο λόγος που οδήγησε πολλούς ανώτερους αξιωματούχους να συνεργήσουν ή να συγκαλύψουν τις παρανομίες αυτές θα πρέπει να αναζητηθεί στην αδυναμία της πολιτικής εξουσίας και κεντρικής οικονομικής διοίκησης να αναδιανείμει τα οφειλόμενα στις διάφορες κοινωνικές ομάδες σωστά και σε εύλογο χρονικό διάστημα, ένα φαινόμενο που παρατηρήθηκε ιδιαίτερα έντονο σε περιόδους ισχνών μοναρχών και εξασθένησης της Φαραωνικής εξουσίας. Σε αυτήν την αιτιολογία θα πρέπει να προστεθεί και η αλλαγή που συντελέστηκε στις ηθικές αξίες της Αιγυπτιακής κοινωνίας προς το τέλος του Νέου Βασιλείου, ως αποτέλεσμα της αδυναμίας εξασφάλισης των – εκτός συνόρων κυρίως – κεκτημένων της και της ηγεμονίας της.

Αναφορές:
Assmann, J. (1989), "State and religion in the New Kingdom", στο W.K. Simpson (επιμ.), Religion and Philosophy in Ancient Egypt, New Heaven, 55-88.
Assmann, J. (1990), Maat. Gerechtigkeit und Unsterblichkeit im alten Ägypten, Munich.
De Garis Davies, N. (1943), The Tomb of Rekh-mi-rè at Thebes, New York.
De Buck, A. (1937), "The Judicial Papyrus of Turin", Journal of Egyptian Archaeology 23, 152-64.
Edgerton, W.F. (1947), "The Nauri Decree of Seti I. A translation and analysis of the legal procedures", Journal of Near Eastern Studies 6, 219-30.
Gardiner, A.H. (1952), "Some reflections on the Nauri Decree", Journal of Egyptian Archaeology 38, 24-33.
Goedicke, H. (1963), "Was magic used in the harem conspiracy against Ramses III? (P. Rollin and P. Lee)", Journal of Egyptian Archaeology 49, 71-92.
Griffith, F.Ll. (1927), "The Abydos Decree of Seti I at Nauri", Journal of Egyptian Archaeology 13, 193-206.
Kemp, B. (2005), Ancient Egypt. Anatomy of a Civilisation, London.
Kousoulis, P. (2007), "Economy (Egypt)", "Laws and legal codes (Egypt)", στο P. Bogucki et al. (επιμ.) Encyclopedia of Society and Culture in the Ancient World, New York.
Kruchten, J.-M. (1981), Le Décret d’Horemheb, Brussels.
Mysliwiec, K. (2000), The Twilight of Ancient Egypt. First Milennium B.C.E., μτφρ. D. Lorton, Ithaca.
O’Connor, D. και D.P. Silverman (επιμ.) (1995), Ancient Egyptian Kingship, Leiden.
Peet, T.E. (1930), The Great Tomb-Robberies of the Twentieth Egyptian Dynasty, 2 τ., Oxford.
Redford, S. (2002), The Harem Conspiracy. The Murder of Ramesses III, Illinois.
Ritner, R.K. (1993), The Mechanics of the Ancient Egyptian Magical Practices, Chicago.
Vernus, P. (2003), Affairs and Scandals in Ancient Egypt, μετφρ. D. Lorton, Ithaca.

Wednesday, 4 February 2009

ΝΕΚΡΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - Περί Αιγυπτιακού Άδη...


Περιήγηση της ηλιακής λέμβου (μεσαίο διάζωμα) στο Ντουατ κατά την 12η ώρα της νύχτας. Λεπτομέρεια από το Αμ-ντουάτ ("εκείνο που υπάρχει στο Επέκεινα"), ένα από τα επονομαζόμενα Βιβλία του Άδη, εικονγραφικές συνθέσεις που κοσμούσαν τους βασιλικούς τάφους του Νέου Βασιλείου στις (Θήβες)

Το Ντουάτ ή Ντατ αντιπροσωπεύει μόνο εν μέρει την έννοια του Κάτω Κόσμου ή Άδη, όπως αυτή απαντάται στην Αρχαία Ελληνική νεκρική φιλοσοφία. Δηλαδή, ένας τόπος κάτω από τη γη, στον οποίον καταλήγουν οι ανθρώπινες υπάρξεις μετά το θάνατό τους. Η λέξη κυριολεκτικά σημαίνει λυκαυγές (από το ρήμα ντουά "ανατολή, ανατέλλω"), υποδηλώνοντας τη χρονική εκείνη στιγμή λίγο πριν το τέλος της νύχτας και την ανατολή του ήλιου (Barta 1981, 95-6). Δεν συνιστούσε συγκεκριμένο locus με γεωγραφικά σύνορα και καθορισμένη θέση στο Αιγυπτιακό σύμπαν, αλλά μάλλον ένα μυθογραφικό περιβάλλον, στο οποίο ο νεκρός είχε τη δυνατότητα ανυπέρβλητης προσωπικής εξέλιξης και μεταμόρφωσης. Εντοπιζόταν τόσο κάτω από τη γη, οπότε και καλείτο «χαμηλό» ή «υπόγειο» Ντουάτ (Hornung 1975, 994-5), όσο και στον έναστρο ουρανό πάνω από αυτήν, οπότε και ταυτιζόταν με τη θεότητα του ουρανού, Νουτ (Lesko 1991, 118-9). Αν θεωρήσουμε τη Νουτ ως τη συμβολική απεικόνιση του ουρανού, το άλικο, μεταβατικό χωρόχρονο μέσα στο σώμα της Νουτ ήταν το Ντουάτ (Neugebauer και Parker 1969, εικ. 45 και 49. Allen 1988, 2-3, 75 και 77). Έτσι, στα Πυραμιδικά Κείμενα, το αρχαιότερο corpus θρησκευτικών κειμένων στον κόσμο, η λέξη Ντατ συνοδεύεται συχνά από το ταξόγραμμα ενός αστεριού μέσα σε κύκλο, υποδηλώνοντας έτσι την πολύ στενή σχέση του Άλλου Κόσμου με τα ουράνια σώματα και τα αστέρια (Sethe 1908-1910, στίχοι 802c, 1717a, 953a).
Το Ντουάτ συνιστούσε περισσότερο έναν άλλο, εσώτερο κόσμο μεταξύ νύχτας και ημέρας, σκότους και φωτός, όπου το σκοτάδι έδινε σταδιακά τη θέση του στον ήλιο και το θεϊκό φως, και όπου οι ανθρώπινες και θεϊκές υπάρξεις αποποιούνταν τις υλικές μορφοποιήσεις τους και μεταπλάθονταν σε δοξασμένα πνεύματα (σακχ), προτού αποκτήσουν εκ νέου τις υλικές μορφές τους με την ανατολή της καινούργιας ημέρας (Piankoff 1954, 428 και εικ. 130). Η αέναη αναγέννηση και μετάπλαση του νεκρού συντελείτο μέσα από το μακρύ και δύσκολο ταξίδι στις άγνωστες και επικίνδυνες περιοχές του Ντουάτ. Η γνώση των ονομάτων των πυλών, φρουρών και κατοίκων των περιοχών αυτών ήταν ζωτικής σημασίας για την ασφαλή διέλευσή του νεκρού και την καθημερινή επαναγέννησή του.
Η πύλη εισόδου στο Ντουάτ βρισκόταν στο δυτικό άκρο του ορίζοντα (άκχετ) και ονομαζόταν Ροστώ. Σύμφωνα με τη Βίβλο των Νεκρών, corpus νεκρικών κειμένων του Νέου Βασιλείου, ο νεκρός αφού διάβαινε την πύλη εισόδου στο Ροστώ, εισχωρούσε σε ένα μυστικό χώρο (αμενέτ) κρυμμένο από τον κόσμο των ζωντανών, όπου κυριαρχούσε το απόλυτο σκοτάδι (κέκου) και η άκρατη σιωπή (αγκερέτ). Εξαιτίας των ιδιοτήτων του αυτών, το Ντουάτ απαντάται στις πηγές και ως Αμενέτ και Αγκερέτ (Ζandee 1960, 88-94). Οι όροι αυτοί περιέγραφαν δύο εν δυνάμει κομβικά σημεία εξαφάνισης της ύπαρξης κατά τη χρονική στιγμή του θανάτου, αλλά και ταυτόχρονης μετάπλασής της (σύμφωνα με τον Πλούταρχο, Περί Ίσιδος και Οσίριδος, 29/7, ο Αμενέτ, ελλ. Αμένθης, σήμαινε "αυτόν που δίνει και παίρνει"). Η σιωπή υπογράμμιζε την ακριβή στιγμή του θανάτου και το τέλος της ζωντανής καταστασιακής συνείδησης του όντος. Το σκότος υποδήλωνε το μυστικό και απροσπέλαστο μεταθανάτιο περιβάλλον (γι' αυτό και οι κάτοικοι του Άλλου Κόσμου-θεοί, δαίμονες, νεκροί-χαρακτηρίζονταν "κρυμμένοι" ή "μυστικοί". Οι σχετικές αναφορές στα νεκρικά κείμενα είναι πολλές, βλ. ενδεικτικά Sethe 1908-1910, στίχους 134, 656cd, 747, 873, 1953, 1955, 1641. Faulkner, 1973-1978, 147 κ.ε.), και ταυτιζόταν συμβολικά με το σκοτεινό εσωτερικό του τάφου. Η λέξη Αμενέτ σήμαινε, επίσης, τη «δύση», το δυτικό σημείο του ορίζοντα. Η σημασιολογική ταύτιση Δύσης και Ντουάτ αποτελεί κεντρικό συμβολικό σημείο αναφοράς στην αιγυπτιακή νεκρική φιλοσοφία, η οποία αποτυπώνεται και αντανακλάται σε όλες τις εκφάνσεις του Αιγυπτιακού πολιτισμού (τέχνη, αρχιτεκτονική, λογοτεχνία, πολιτική, θρησκεία, κοινωνία).
Δεν ήταν, ωστόσο, κάθε περιοχή του Ντουάτ κρυμμένη στο σκοτάδι και την ανυπαρξία. Αντιθέτως, στην πορεία του ταξιδιού του στο μεταθανάτιο περιβάλλον ο νεκρός συναντούσε τόπους απέραντης ομορφιάς και σαγήνης αλλά και ανείπωτου τρόμου. Tο Ντούατ διαιρείτο σε τρία μέρη: στη σφαίρα του φωτός, όπου οι δικαιωμένοι νεκροί ζούσαν αρμονικά με τους χθόνιους θεούς, στη σφαίρα του απόλυτου σκότους, όπου οι καταδικασμένοι υπέφεραν βασανιστήρια και ανείπωτες τιμωρίες, και μία τρίτη σφαίρα, στην οποία το κακό που απειλούσε τη μεταθανάτια ύπαρξη ανθρώπινων και θεϊκών όντων του Επέκεινα φυλακιζόταν και εξοντωνόταν από τους φρουρούς των πυλών.
Στην πρώτη σφαίρα εντάσσονταν ο Τόπος των Καλαμώνων (σέκχετ ιάρου) και Τόπος των Προσφορών (σέκχετ χετέπου) (Leclant 1975, 1156-60. Lesko 1971-1972, 89-101). Στα Πυραμιδικά Κείμενα οι δύο αυτοί τόποι θεωρούνταν χώροι εξιλέωσης και εξαγνισμού, ταυτιζόμενοι εν μέρει με την αντίληψη για τον Παράδεισο της Χριστιανικής θρησκείας. Στη Βίβλο των Νεκρών περιγράφονται ως ουράνιες πολιτείες και πύλες ανάδυσης του Ρα και των ευεργετημένων από την θεϊκή παρουσία του νεκρών στον ουρανό (Faulkner 1985, επωδές 109, 110, 149). Βασικό χαρακτηριστικό στοιχείο τους ήταν το νερό. Στη σχετική βινιέτα (εικονγραφική σύνθεση) που συνοδεύει την επωδή 110 της Βίβλου των Νεκρών, ο νεκρός συνοδευόμενος από τη γυναίκα του διασχίζει με μία λέμβο τα κανάλια και τις λίμνες των πολιτειών αυτών, ενδεδυμένος με ωραία ρούχα και εκτελώντας διάφορες οικογενειακές και αγροτικές δραστηριότητες, ωσάν να βρισκόταν εν ζωή.
Στη δεύτερη σφαίρα κατατάσσονταν όλοι εκείνοι οι τρομεροί τόποι τιμωρίας και ολοκληρωτικής καταστροφής των αμαρτωλών νεκρών (μουτ) που εποφθαλμιούσαν την ουράνια και κοσμική τάξη (μάατ) (Hornung 1956). Οι μουτ ήταν οι αντιπρόσωποι του χάους και του «κακού» (ίσφετ), τη μη-ύπαρξης, που επιβουλεύονταν τη σωτηρία και μεταθανάτια επιβίωση και ανάνηψη θεών και ευλογημένων νεκρών (Assmann 1990). Η τιμωρία τους λάμβανε χώρα σε περιοχές όπου κυριαρχούσε το σκότος, για αυτό και όσοι κατέληγαν εκεί έχαναν το φως και την ακοή τους. Δε μπορούσαν να επικοινωνήσουν με το θεό ήλιο Ρα, ούτε να παραλάβουν τις προσφορές από τους ζώντες συγγενείς τους. Ήταν καταδικασμένοι στην ακινησία και την ανυπαρξία με αποτέλεσμα να οδηγούνται στο δεύτερο και οριστικό θάνατο. Στους χώρους τιμωρίας και βασανισμού οι μουτ συνυπήρχαν μαζί με τους δαίμονες-τιμωρούς του Άλλου Κόσμου, οι οποίοι θεωρούνταν αντιπρόσωποι των θεών για την επιβολή της τάξης και τιμωρίας των αμαρτωλών (Kousoulis 2009). Θεοί και δαιμονικές οντότητες, νεκρές υπάρξεις και αγαθοδαίμονες συνυπήρχαν και συλλειτουργούσαν στο ίδιο μυθογραφικό, μεταθανάτιο περιβάλλον.




Αναφορές:
Allen, J.P.(1989), "The cosmology of the Pyramid Texts", στο W.K. Simpson (ed.), Religion and Philosophy in Ancient Egypt, New Heaven, 1-27.
Assmann, J. (1990), Maat. Gerechtigkeit und Unsterblichkeit im alten Aegypten, Munich.
Barta, W. (1981), Die bedeutung der pyramidentexte für den verstorbenen könig, München.
Faulkner, R.O. (1973-1978), The Ancient Egyptian Coffin Texts. 3 τ., Warminster.
Faulkner, R.O. (1985; reprint of 1972), The Ancient Egyptian Book of the Dead, London.
Hornung, E. (1975), "Dat", στο Lexikon der Ägyptologie I, cols. 994-5.
Hornung, E. (1856), "Chaotische Bereiche in der geordneten Welt", στο ZÄS 81, 28-32.
Kousoulis, P. (2009), Ancient Egyptian Demonology. Studies on the Boundaries between the Demonic and the Divine in Egyptian Magic, Leuven.
Leclant, J. (1975), "Earu-Gefilde", στο Lexikon der Ägyptologie I (1975), 1156-60.
Lesko, L.H. (1971-1972), "The field of hetep in Egyptian Coffin Texts", στο Journal of American Research Center in Egypt 9, 89-101.
Lesko, L.H. (1991), "Ancient Egyptian cosmogonies and cosmology", στο Β.Ε. Shafer, Religion in Ancient Egypt, London, 88-122.
Neugebauer, O. και R. Parker (1969), Egyptian Astronomical Texts. III. Decans, Planets, Constellations and Zodiacs, Providence.
Piankoff, A. (1954), The Tomb of Ramesses VI, New York.
Sethe, K. (1908-1910), Die Altaegyptischen Pyramidentexte, 2 τ., Leipzig.
Zandee, J. (1960), Death as an Enemy according to Ancient Egyptian Conceptions, Leiden.

Tuesday, 3 February 2009

Η ζωή μίας ιέρειας στις Θήβες

Μία πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση ανοίγει τις πόρτες της στο κοινό στις 10 Φεβρουαρίου 2009 στο Μουσείο του Ινστιτούτου Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Σικάγου. Η έκθεση παρουσιάζει τη ζωή της Νεσεράμουν, ιέρειας-αοιδούς στο ιερατείο του Άμμωνα, που έζησε στις Θήβες στις αρχές της 1ης χιλιετίας π.Χ. Έχοντας ως κεντρικό σημείο αναφοράς τη σαρκοφάγο που περιέχει το λείψανο της Νεσεράμουν, η έκθεση παρουσιάζει ανάγλυφα τη δράση και τα καθήκοντα μίας ιέρειας στην ιερή μητρόπολη των Θηβών, όπως επίσης και σημαντικές πτυχές της κοινωνικής της ζωής εκτός ναού. Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 6 Δεκεμβρίου 2009 και συνοδεύεται από έναν πολύ όμορφο κατάλογο με την επιμέλεια των Emily Teeter και Janet Johnson.
Για περισσότερες πληροφορίες, κάντε κλικ εδώ (έκθεση) και εδώ (κατάλογος έκθεσης).