Tuesday, 27 January 2009

Λούξορ: ανακάλυψη δεύτερου λιμένα μπροστά από τους ναούς του Άμμωνα-Ρα

Ένα δεύτερο παραποτάμιο αρχαίο λιμάνι, που οδηγούσε στους ναούς του Καρνάκ, στο Λούξορ, ανακάλυψαν Αιγύπτιοι αρχαιολόγοι. Σύμφωνα με τον επικεφαλής του Ανωτάτου Συμβουλίου Αρχαιοτήτων της Αιγύπτου, Ζάχι Χαουάς, ο λιμένας χρησιμοποιείτο κατά την περίοδο της ξηρασίας, δηλαδή όταν η στάθμη των υδάτων στο Νείλο ήταν χαμηλή. Η νέα ανακάλυψη «αποκαλύπτει τη μεγάλη σημασία των ναών του Καρνάκ, διότι είναι η πρώτη φορά που ανακαλύπτουμε δύο λιμένες μπροστά σε κάποιον φαραωνικό ναό» τόνισε ο διευθυντής των ανασκαφών στο Καρνάκ, Μανσούρ Μπορέικ Ραντουάνε. Σύμφωνα με τον ίδιο, δύο κλίμακες οδηγούν από την όχθη σε ένα επίπεδο διαστάσεων 2,5μ.x5μ., όπου οι Αιγύπτιοι έδεναν τα σκάφη τους.

Προηγούμενο ανασκαφικό report (2007): http://weekly.ahram.org.eg/2008/879/he2.htm

Πηγές: Elecronic Egyptological Forum (EEF)/Reuters Africa/Newsroom ΔΟΛ/ΑΠΕ

Friday, 9 January 2009

Εξορκίζοντας το κακό: σημασιολογία της Αιγυπτιακής μαγικής τελετουργίας

“Δημιούργησε τη μαγεία για τους ανθρώπους, με σκοπό να εξορκίζουν το κακό”
(Διδαχές προς τον Μερικαρέ, πάπυρος Hermitage 1116Av, 136-137)

Η έννοια της μαγείας αποδίδεται στην αιγυπτιακή γλώσσα με τον όρο χέκα (Ritner 1993· Koenig 1994· Kousoulis 1999, 2001). Σύμφωνα με τους κοσμογονικούς μύθους των αρχαίων Αιγυπτίων, ο χέκα ήταν η γενεσιουργός αιτία, ο καταλύτης που πραγμάτωσε τη δημιουργία, υλοποιώντας την άμορφη θεϊκή σύλληψη του κόσμου και την εκτέλεσή της ως "λόγου" (χου) ή "εντολής" (μέντετ) (Borghouts 1987). Εξαιτίας της ιδιότητάς της αυτής, η μαγεία θεοποιήθηκε ήδη από το Αρχαίο Βασίλειο (περ. 2500 π.Χ.). Στο νεκρικό ναό του Φαραώ της 5ης Δυναστείας Σαχούρε, ο θεός Χέκα απεικονίζεται να προσφέρει τιμές και νεκρικές προσφορές στον αποθανόντα βασιλιά (Ritner 1993, 15-6). Στα Βιβλία του Άδη –εικονογραφικές συνθέσεις που κοσμούσαν τα βασιλικά νεκρικά συμπλέγματα των Φαραώ του Νέου Βασιλείου (περ. 1552-1069 π.Χ.) στην Κοιλάδα των Βασιλέων (Θήβες, Νότια Αίγυπτος)– ο Χέκα συνόδευε τον ηλιακό θεό Ρα στη νυχτερινή του περιπλάνηση στα σκοτεινά και επικίνδυνα μονοπάτια του Ντουάτ (Άδης), προστατεύοντάς τον από υποχθόνιους δαίμονες και εχθρικές οντότητες (Hornung 1999). Χαρακτηριστική ήταν η σύγκρουση του Ρα με τον οφιοειδή δαίμονα Άποφι– προαιώνιο εχθρό της δημιουργίας και της τάξης– που κατέληγε πάντα στην ταπεινωτική ήττα του δεύτερου με τη συμβολή των μαγικών επωδών (χεκάου) της θεάς Ίσιδος και του "Γηραιού Μάγου" (Χέκα-σεμέσου) (Kousoulis 1999, 2003, forhcoming). Ο χαρακτηρισμός του θεού Χέκα ως "γηραιού" έρχεται να υπογραμμίσει την αρχέγονη καταγωγή του.
Παράλληλα με τη θεολογική της διάσταση η μαγεία (χέκα) είχε και ένα πολυσήμαντο τελετουργικό περιεχόμενο. Ο βασικός μηχανισμός της αποκαλύπτεται σε μία επιγραφή από τη στήλη του Μέττερνιχ (26η Δυναστεία) (Sander-Hansen 1956· Kakosy 1982). Η συγκεκριμένη στήλη εντάσσεται σε μία ειδική κατηγορία αποτρεπτικών μνημείων, των επονομαζόμενων cippi ή στηλών του "Ώρου επί των κροκοδείλων" (Sternberg El-Hotabi 1999). Είχαν ως κεντρικό εικονογραφικό μοτίβο το νεαρό θεό να ποδοπατάει άγρια ερπετά (κροκόδειλους, φίδια, σκορπιούς), ενώ αποτρεπτικές επωδές και ξόρκια κάλυπταν την υπόλοιπη επιφάνειά τους. Αναφέρεται, λοιπόν, στη στήλη του Μέττερνιχ, ότι η μαγεία περιελάμβανε γνώση που έπρεπε να αποκτηθεί, επωδές που έπρεπε να απαγγελθούν, και τεχνικές που έπρεπε να εκτελεστούν. Οι τρεις αυτοί άξονες ενεργοποιούνταν ταυτόχρονα εντός ενός προκαθορισμένου χρονολογικού και τοπολογικού πλαισίου, το οποίο όριζε το ιερό περιβάλλον του ναού κατά τη διάρκεια της καθημερινής θρησκευτικής λειτουργίας ή συγκεκριμένων θρησκευτικών εορτών.
Οι περισσότερες αποτρεπτικές τελετές λάμβαναν χώρα καθημερινά, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στον πάπυρο του Bremner-Rhind: "Αρχή του Βιβλίου Εξόντωσης του Άποφι, εχθρού του Ρα και του Φαραώ Ουέν-νεφερ, που πραγματοποιείται με την ανατολή της κάθε μέρας στον ναό του Άμμωνα-Ρα, ηγεμόνα των θρόνων των δύο Επικρατειών, που κατοικεί στο Καρνάκ" (Faulkner 1933, στίχος 22/1· Kousoulis 1999, 2003). Η καθημερινή εξόντωση των δαιμόνων υπηρετούσε την ανάγκη διατήρηση της κοσμικής τάξης και αρμονίας και αντανακλούσε τις αδιάλειπτες συγκρούσεις των θεών με τους εχθρούς τους στο ουράνιο πεδίο (Kousoulis 2009). Οι τελετές εξορκισμού αποτελούσαν, επίσης, κεντρικά επεισόδια σημαντικών θρησκευτικών εορτών. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της εορτής 14 ημερών προς τιμήν του θεού Ώρου στο Εντφού, ειδώλια με την οφιοειδή μορφή του Άποφι μαζί με αντίστοιχα του σφετεριστή της εξουσίας και προαιώνιου εχθρού του Ώρου, Σηθ, θυσιάζονταν τελετουργικά (Kousoulis 1999). Παρόμοια επεισόδια παρεμβάλλονταν και κατά τη διάρκεια της 23ης και 30ης ημέρας των μυστήριων του Οσιριακού κύκλου στη νεκρόπολη της Δενδέρας (Νότια Αίγυπτος).
Δεν υπήρχε ιδιαίτερη τάξη μάγων επιφορτισμένων με την τέλεση των εξορκισμών. Οι ιερείς ήταν ταυτόχρονα μάγοι και θεραπευτές. Κατείχαν υψηλές θέσεις στην κοινωνική ιεραρχία, απολαμβάνοντας σημαντικά προνόμια και τιμές, ενώ πολλοί από αυτούς θεοποιήθηκαν μετά το θάνατό τους. Ως "γνώστες των (μαγικών) θεμάτων" (ρέχου-κχουτ), μπορούσαν να κινητοποιήσουν τους μαγικούς μηχανισμούς, ανοίγοντας διαύλους επικοινωνίας με τους θεούς και θέτοντάς τους υπό τον έλεγχό τους (Ritner 1993). Γνώστης της μαγείας σήμαινε γνώστης και ικανός χειριστής του μαγικού λόγου και των αποτρεπτικών τεχνικών, των δύο άλλων αξόνων το μαγικού μηχανισμού. Ο ήχος των λέξεων κατείχε κεντρική θέση όχι μόνο στην εκτέλεση μίας τελετής, αλλά και στον καθορισμό της σημασίας και του σκοπού της (Schneider 2000· Koenig 2007). Η ιερή γλώσσα των Αιγυπτίων, μέσα από τη χρήση τεχνικών όπως αυτών της ομοηχίας, παρονομασίας ή του λεκτικού συμβολισμού, καθίστατο σημαντική πηγή θεολογίας και θεουργίας, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Γάλλος αιγυπτιολόγος Philip Derchain: "Les figures les plus productives de théologie ont été la paranomase et l’allitération" (1994, 220). Οι επωδές δεν ακολουθούσαν μία συγκεκριμένη αφηγηματική δομή, αλλά το περιεχόμενό τους περιελάμβανε ένα πολυδιάστατο σύνολο μυθολογικών επεισοδίων (historiolae), τα οποία αναπτύσσονταν σε πολλαπλά επίπεδα, και μπορούσαν να κινητοποιηθούν μέσα από ένα συνεχές παιχνίδι με τις λέξεις, τον ήχο ή τη σημασία τους (Frankfurter 1994· Kousoulis 1999).
Ωστόσο η αποτελεσματικότητα του μαγικού λόγου εξαρτιόταν άμεσα από την ταυτόχρονη χρήση συγκεκριμένων αποτρεπτικών τεχνικών. Τέτοιες ήταν η καταστροφή της μορφής ή του ονόματος του δαίμονα με ποδοπάτημα, καύση, λόγχισμα ή τελετουργική ταφή, καθώς και μέσω της διαγραφής της ύπαρξής του από τα σχετικά μνημεία ή παπύρους (damnatio memoriae) (Frankfurter 1995· Kousoulis 1999). Ο συνδυασμός λόγου και πράξης ήταν πολύ σημαντικός για την επιτυχή έκβαση της τελετής. Και οι δύο αυτοί άξονες είχαν κωδικοποιηθεί, ως γραφή και εικόνα (βινιέτα/τοιχογραφία), στην επιφάνεια μνημειακών συνόλων και παπύρων. Δεν αποτυπώνονταν όλες οι πράξεις της τελετής πάνω στα μνημεία, αλλά επιλέγονταν μεμονωμένα επεισόδια για να καλύψουν συγκεκριμένες επιφάνειες του μνημείου. Αυτές ήταν συνήθως οι εξωτερικές πλευρές του ναού ή ταφικού συμπλέγματος που ήταν εύκολα προσβάσιμες σε όλους. Κατά αυτόν τον τρόπο η θέα των εξοντωμένων εχθρών λειτουργούσε προπαγανδιστικά υπέρ της δύναμης και αποτελεσματικότητας της πολιτικής και ιερατικής εξουσίας.
Οι αναπαραστάσεις αποτρεπτικών τελετών, αλλά και κάθε είδους τελετουργικής δραστηριότητας στη ναϊκή εικονογραφία λειτουργούσε σε τριπλό επίπεδο: στο ιδεατό/συμβολικό (αναπαράσταση/δεικνούμενον) και γλωσσικό (επωδές/λεγόμενον), ως έκφραση συγκεκριμένων μύθων και παραδόσεων, και στο τελετουργικό (δρώμενον) με την ταύτιση των συμμετεχόντων στην τελετουργική διαδικασία με τους πρωταγωνιστές των παραδόσεων αυτών (Assmann 1992). Έτσι, στην τελετή εξόντωσης του ιπποπόταμου-Σηθ που απεικονίζεται στην εικόνα 3, το δεικνούμενον συνίστατο στην εικονογραφική απεικόνιση του Φαραώ ως υπέρτατου ιερουργού να θυσιάζει τον Σηθ –ως ιπποπόταμο– ενώπιον του Ώρου. Το λεγόμενον αποτελούσαν οι συνοδευτικές επιγραφές που επεξηγούσαν, συμπλήρωναν και διαπότιζαν την εικόνα με την αλληγορία του ιερού λόγου, ταυτίζοντας συμβολικά μέλη του ζώου με τα αντίστοιχα των θεών:
  • «Το στήθος είναι το μάτι του Ώρου,
    το πόδι είναι τα γεννητικά όργανα του Σηθ.
    Όπως ο Ώρος είναι ικανοποιημένος με τα μάτια του,
    (και) ο Σηθ είναι ικανοποιημένος με τα γεννητικά του όργανα,
    έτσι (και ο θεός) είναι ικανοποιημένος με αυτά τα επιλεγμένα κομμάτια κρέατος».
Η προφορική απαγγελία και, ακολούθως, η μεταφορά της ως επιγραφή στην επιφάνεια του μνημείου αποτελούσε το συνδετικό κρίκο μεταξύ των επωδών και της συμβολικής της υπόστασης, ως "λογοτεχνικής-παραστατικής" πηγής μυθολογικής και θεολογικής μεσολάβησης για την ανάδυση του ιερουργού/Φαραώ από τον γήινο χωρόχρονο στο κοσμικό γίγνεσθαι. Τέλος, το τρίτο επίπεδο (δρώμενον) είναι αυτό που οι μελετητές προσπαθούν να αναπαράγουν και αξιολογήσουν μέσα από τη μελέτη των δύο πρώτων επιπέδων. Το δρώμενον ήταν η τελετουργική πράξη, όπου ο ιερέας και το ιερό άγαλμα αντικαθιστούσαν το Φαραώ και τη μορφή της θεότητας της εικόνας αντίστοιχα. Το δρώμενο συνίστατο στην προετοιμασία και προσφορά από τον ιερέα μαγειρεμένων κομματιών του θυσιαζόμενου ζώου στο άγαλμα του θεού, όπως αλληγορικά αναφέρεται στο κείμενο.
Επομένως, η μαγεία κατά τη Φαραωνική περίοδο δεν ήταν ένα σύστημα ξεκομμένο από τη δομή της κοινωνίας και του θρησκευτικού γίγνεσθαι, αλλά περιελάμβανε ένα βαθύ θεολογικό υπόβαθρο και ένα πολυδιάστατο corpus θεωρητικών και πρακτικών εφαρμογών. Απέβλεπε στην κινητοποίηση μυθολογικών και συμβολικών μοτίβων και δυνάμεων σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή και εντός ενός προκαθορισμένου λατρευτικού περιβάλλοντος. Με άλλα λόγια, η αρχαία Αιγυπτιακή μαγεία ως χέκα πρέπει να εκληφθεί ως η προσωποποίηση της τελετουργικής διαδικασίας.
Αναφορές:
Assmann, J. (1992), "Semiosis and interpretation in ancient Egyptian ritual", στο S. Biderman και B-A. Scharfstein (επιμ.), Interpretation in Religion, Leiden, 87-109.
Borghouts, J. (1987), "Akhou - Hekaou: two basic notions of Ancient Egyptian magic, and the concept of the divine creative word", στο A. Roccati and A. Siliotti (επιμ.), La Magia in Egitto ae Tempi dei Faraoni, Milan, 29-46.
Derchain, Ph. (1996), "Theologie et literature", στο A. Loprieno (επιμ.), Ancient Egyptian Literature. History and Forms, Leiden/New York/Köln, 351-60.
Frankfurter, D. (1995), "Narrating power: the theory and practice of the magical historiola in ritual spells", στο M. Mayer και P. Mirecki (επιμ.), Ancient Magic and Ritual Power, Leiden, 457-76.
Frankfurter, D. (1994), "The magic of writing and the writing of magic: the power of word in Egyptian and Greek traditions", Helios 21, 189-221.
Hornung, E. (1999), The Ancient Egyptian Books of the Afterlife, μτφρ. D. Lorton, Cornel.
Kakosy, L. (1982), "Metternichstele", Lexikon der Agyptologie IV, 122-23.
Koenig, Y. (2007), "Magic and religion: performativity and analogy", στο P. Kousoulis (επιμ.), Studies on the Ancient Egyptian Culture and Foreign Relations, Rhodes, 55-68.
Koenig, Y. (2002), La Magie en Égypte, Paris.
Kousoulis, P. (2003), "The function of Heka as a mobilised force in a theological environment: the apotropaic ritual of overthrowing Apophis", στο Z. Hawass και A.M. Jones (επιμ.), Egyptology at the Dawn of the Twenty-First Century: Proceedings of the Eighth International Congress of Egyptologists, τ. 2, Cairo, 362-71.
Kousoulis, P. (2001), "Heka: its theological aspects and importance to the fabric of the Egyptian cosmos", Ancient Egypt 7, vol. 2/1, 23-38.
Kousoulis, P. (1999), Magic and Religion as Performative Theological Unity: the Apotropaic Ritual of Overthrowing Apophis, PhD Dissertation, University of Liverpool, Liverpool.
Kousoulis, P. (forthcoming), Apophis: a Study of his Nature and Ritual Execution, Leuven.
Ritner, R.K. (1993), The Mechanics of the Ancient Egyptian Magical Practices, Chicago.
Sander-Hansen, C.E. (1956), Die Texte der Metternichstele, Copenhagen.
Schneider, T. (2000), "Die Waffe der Analogie: Altägyptische Magie als System", στο K. Gloy και M. Bachmann (επιμ.), Das Analogiedenken: Verstösse in ein neues Gebiet der Rationalitätstheorie, Munich, 37-83.
Sternberg-El Hotabi, Heike (1999), Untersuchungen zur Uberlieferungsgeschichte der Horusstelen ein Beitrag zur Religionsgeschichte Agyptens im 1. Jahrtausend v. Chr., Wiesbaden.

Thursday, 25 December 2008

Παράξενοι... σκοτεινοί καιροί...

Darkness over Eden (Kabir Bakie, Ohio, May 2004)

Σε παράξενους καιρούς ζούμε... Από τη μια η κοινωνική αναταραχή (ή... εξέγερση, όπως αυτόκλητα βαφτίστηκε από κάποιους... Χρήση των λέξεων για εντυπωσιασμό από αυτόκλητους νονούς, που εκμεταλλεύονται τα νεανικά όνειρα για να παρατείνουν τη γερασμένη ζωή τους και τα μουχλιασμένα ιδανικά τους) και η δυσμενής οικονομική κατάσταση και, από την άλλη, τα καθιερωμένα Χριστουγεννιάτικα μηνύματα πίστης και αγάπης από θρησκευτικούς και πολιτικούς ταγούς: "Ανέτειλεν η μεγάλη και αγία ημέρα των Χριστουγέννων, η μητρόπολις, δηλ. η μήτηρ και ρίζα όλων των εορτών, και μας συγκαλεί όλους εις πνευματικήν ανάτασιν και συνάντησιν μετά του νηπιάζοντος δι’ ημάς Παλαιού των Ημερών...", "Εκείνη τή φωταγωγημένη μέ τρόπο μοναδικό νύχτα, όταν τό άστρο της Ανατολής υπέδειξε τόν τόπο όπου γεννήθηκε η ελπίδα καί πήρε μορφή η παρηγοριά των ανθρώπων, μέχρι σήμερα, τό σκοτάδι συνεχίζει, δυστυχώς, τήν αέναη προσπάθεια νά καταπιεί τό φώς. Όμως τό Φώς νίκησε καί θά νικά πάντοτε" ... αλλά ακόμα βρισκόμαστε στο σκοτάδι... Ξερά λόγια, ξερά καίγονται... Ίδια και απαράλλαχτα κάθε χρόνο...

Αλλά γιατί θα πρέπει να φοβόμαστε το σκοτάδι; Γιατί μας έμαθαν να το φοβόμαστε και να το αποκηρύσσουμε μετά βδελυγμίας...; Ίσως γιατί μόνο στο σκοτάδι, στην απόλυτη σιωπή (...στο κουκούλι...), θα μπορέσουμε απερίσπαστα (και αναπόφευκτα...) να κοιτάξουμε μέσα μας, να σκεφτούμε, να στοχαστούμε έννοιες, λέξεις, πράξεις, που για τα "φώτα της πόλης" είναι αιρετικές, αλλά που ίσως αποτελούν τη μόνη διέξοδο και "φως" στους παράξενους και σκοτεινούς καιρούς που ζούμε...

Η έλευση του νέου χρόνου δε σημαίνει τίποτα, εάν ξαναγυρίσουμε σε αυτά που κάναμε πριν, εάν δε συνειδητοποιήσουμε ότι έχουμε αλλάξει… Μονάχα το κυνήγι της ζωής, όχι του χρόνου, θα μεταμορφώσει (στο κουκούλι...στο σκοτάδι...) την προνύμφη σε χρυσαλίδα και πεταλούδα με κρυστάλλινα φτερά…

Ολόθερμες ευχές για σωματική και πνευματική υγεία, εσωτερική μεταμόρφωση και αγάπη στη ζωή σας!

Thursday, 11 December 2008

Περί δαιμόνων και αμφισημίας της δαιμονικής φύσης στην Αιγυπτιακή μαγεία


Questi è Nembròtto per lo cui mal coto
pur un linguaggio nel mondo non s'usa
(Dante, Inferno, XXXI 78-79)

Η πίστη στην ύπαρξη και πολύπλευρη δράση των δαιμόνων διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων των αρχαίων κοινωνιών, τόσο στο πρακτικό επίπεδο (θρησκευτική τελετουργία, ιδιωτική λατρεία και μαγεία), όσο και στα θεολογικά, κοσμογονικά και φιλοσοφικά τους συστήματα. Σε αντίθεση, ωστόσο, με την αρχαία Ελλάδα, όπου οι δαίμονες απέκτησαν γρήγορα αυτόνομη οντότητα με ξεκάθαρα χαρακτηριστικά, στην Αιγυπτιακή παράδοση υπάρχει μεγάλη αμφισημία στην ονοματοποιία και τα χαρακτηριστικά της δαιμονικής φύσης (Kousoulis 2009· Kurth 2003· Meeks 2001· Te Velde 1975).
Η αμφισημία αυτή προέρχεται κυρίως από την απουσία της λέξης δαίμονας στην Αιγυπτιακή γλώσσα και γραμματεία και, κατά συνέπεια, από την αδυναμία συγκρότησης αυστηρώς οροθετημένων και παγιωμένων—στον τόπο και το χρόνο—δαιμονικών υποστάσεων. Παλαιότερες θεωρητικές κατηγοριοποιήσεις και χαρακτηρισμοί των δαιμόνων, ως αντιπροσώπων του χάους και ως όντων εκτός ύπαρξης, διαφορετικών από τα πλάσματα της δημιουργίας και τους θεούς, ή υποδεέστερων θεϊκών οντοτήτων στην υπηρεσία του δημιουργού θεού, μεσαζόντων μεταξύ θεών και ανθρώπων και διαφορετικών από τις αγαθοεργείς προστάτιδες θεότητες, αντανακλούν μόνο εν μέρει τη δαιδαλώδη υφή της Αιγυπτιακής δαιμονολογίας και δεν θα πρέπει να λειτουργούν ως ad hoc ερμηνείες της (Meeks 1971).
Η θεολογική σκέψη των αρχαίων Αιγυπτίων συνέλαβε και οργάνωσε τον κόσμο των θεών σύμφωνα με τις λειτουργίες και εκδηλώσεις της ανθρώπινης ύπαρξης και τις συνισταμένες του κοινωνικού γίγνεσθαι: οι θεοί όχι μόνο διέτρεχαν όλα τα στάδια της ανθρώπινης εξέλιξης—γέννηση, ζωή, θάνατος—αλλά εκδήλωναν αισθήματα και συμπεριφορές σύμφωνες με την ανθρώπινη φύση και κοινωνική οργάνωση. Οι δαίμονες ταυτίστηκαν πολύ γρήγορα με τις κατώτερες τάξεις της Αιγυπτιακής κοινωνίας, όπως επίσης με αλλοεθνείς που επιβουλεύονταν την ανεξαρτησία και ευημερία της. Για την άμυνα και περιφρούρηση της κοινωνικής συνοχής και κοσμικής τάξης έναντι των πολυδιάστατων εχθρικών δαιμονικών ομάδων, οι Αιγύπτιοι συνέταξαν τις ιδιαίτερες τελετές εξορκισμού και αποτρεπτικές επωδές, που αποτέλεσαν τον ακρογωνιαίο λίθο της Αιγυπτιακής μαγικής παράδοσης.
Εντούτοις, η ιδέα των δαιμόνων ως αρνητικών αντιγράφων των θεϊκών οντοτήτων δεν λειτούργησε ποτέ ως σημείο αναφοράς στο μαγικοθρησκευτικό σύστημα των Αιγυπτίων, παρά τις όποιες αρχέγονες ετερώνυμες ιδιότητες του δίπολου μάατ («τάξη, αρμονία, ηθική») – ίσφετ («κακό, αταξία, ανηθικότητα») (Assmann 1990). Υπήρχαν αρκετοί όροι για το «καλό» (ίκερ, μάα, μένεκχ, νέφερ) και το «κακό» (μπιν, ντζου, ιάου) στην Αιγυπτιακή γλώσσα, όχι όμως ως διαμετρικά αντίθετες και συγκρουόμενες έννοιες—κατά το πρότυπο των αντικρουόμενων δυνάμεων καλού/κακού της Χριστιανικής παράδοσης—αλλά ως αλληλοσυμπληρούμενες εν δυνάμει συνιστώσες της ζωής και του κόσμου. Η Αιγυπτιακή δαιμονολογία βρίθει από περιπτώσεις δαιμονικών οντοτήτων που εμπεριείχαν εξίσου θετικές και αρνητικές ιδιότητες ή που μεταλλάχθηκαν από δαίμονες σε θεότητες και vice versa (Kousoulis 2009). Για παράδειγμα, η θεότητα Ταουρέτ που είχε τη μορφή ιπποπόταμου, ήταν ένα άσημο δαιμονικό ον με ιδιαίτερα αποτρεπτικά χαρακτηριστικά και ιδιότητες στην εικονογραφία των μαγικών ράβδων του Μέσου Βασιλείου (περ. 2040-1674 π.Χ.), αλλά βαπτίστηκε και μεταλλάχθηκε σε ανεξάρτητη θεότητα κατά το Νέο Βασίλειο (περ. 1552-1069 π.Χ.), αποκτώντας δικό της λατρευτικό κέντρο και πιστούς. Το ίδιο συνέβη με τον λεοντοκέφαλο νάνο Μπες, ο οποίος ξεκίνησε ως αγαθοδαίμονας για να μετεξελιχθεί σε πολύ σημαντική θεότητα, προστάτιδα των εγκύων και των νεογνών, κατά την Ύστερη και Ελληνορωμαϊκή Περίοδο (1η χιλιετία π.Χ.). Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν περιπτώσεις γνωστών εκπροσώπων του Αιγυπτιακού πανθέου στο χαρακτήρα των οποίων συνυπάρχουν θεϊκά και δαιμονικά χαρακτηριστικά. Τέτοιοι είναι, για παράδειγμα, οι πολύ γνωστοί θεοί Χνουμ, Ρα και Ώρος, οι οποίοι εμφανίζουν ιδιαίτερα κακόβουλες συμπεριφορές σε αρκετούς μαγικούς παπύρους (π.χ. στον πάπυρο του Leiden I 346).
Η πλειονότητα, ωστόσο, των δαιμόνων δε συνδέθηκε με συγκεκριμένα θρησκευτικά κέντρα, ούτε απολάμβανε λατρείες και προσφορές. Ήταν συνήθως όντα εξαρτημένα από κάποια θεότητα και λειτουργούσαν υπό τις εντολές της. Ο ρόλος τους ήταν προστατευτικός ή εκτελεστικός: απέτρεπαν ο,τιδήποτε απειλούσε την ασφάλεια και ακεραιότητα των προστατευόμενών τους και τιμωρούσαν όσους παρέβαιναν τους νόμους και επιταγές της θεϊκής τάξης (Cauville 1990). Συγκροτούνταν σε επταμελείς ομάδες με ξεχωριστά ονόματα και ιδιότητες: κχάτιου («πολεμιστές»), χάμπιου («απεσταλμένοι»), ουέπ-ουέτιου («πληροφοριοδότες»), σεμάιου («περιπλανώμενοι»), ή φέροντας το γενικότερο τίτλο σέσερου («βέλη»). Οι σέσερου τελούσαν υπό τις εντολές της θεάς Σεκχμέτ και επιστρατεύονταν τόσο κατά θεών, όσο και κατά ανθρώπων. Τιμωρούσαν τους αμαρτωλούς ή όσους έμπαιναν εμπόδιο στα σχέδιά τους προκαλώντας θανατηφόρες ασθένειες και καταστροφές. Για προστασία από τη δράση αυτών των δαιμονικών ορδών, οι Αιγύπτιοι μάγοι και θεραπευτές έφτιαχναν φυλαχτά από φύλλα παπύρου, τα οποία έφεραν αποτρεπτικές επωδές και βινιέτες (εικονογραφικά μοτίβα), και τα κρεμούσαν στο λαιμό του πάσχοντα.
Μία άλλη ομάδα δαιμόνων ήταν επιφορτισμένη με τη φύλαξη των πυλών του Άλλου Κόσμου (Ντουάτ), την τιμωρία των καταδικασμένων στην ανυπαρξία αμαρτωλών-νεκρών και την προστασία του θεού Όσιρι (Hornung 1968). Η λέξη Ντουάτ σημαίνει λυκαυγές και περιγράφει ένα μυθογραφικό περιβάλλον, στο οποίο ο νεκρός είχε τη δυνατότητα ανυπέρβλητης προσωπικής εξέλιξης και μεταμόρφωσης σε ευλογημένο πνεύμα (σακχ) με την αρωγή του ηλιακού θεού (Κουσούλης 2004). Η μετάπλαση του νεκρού γινόταν μέσα από το επίπονο και μακρύ ταξίδι του στους μυστικούς και σκοτεινούς τόπους του, όπου η γνώση των ονομάτων των δαιμονικών φρουρών ήταν ζωτικής σημασίας για την ασφαλή διέλευσή του. Όσοι νεκροί δεν κατάφεραν, εξαιτίας των κριμάτων τους, να περάσουν τη ψυχοστασία και την αρνητική εξομολόγηση ενώπιον του Όσιρι και των 42 αγαθοδαιμόνων/δικαστών, καταδικάζονταν στην αιώνια ανυπαρξία και βασανίζονταν από τους δαίμονες-τιμωρούς του θεού.
Οι αμαρτωλοί νεκροί ονομάζονταν μουτ και μαζί με άλλες δαιμονικές οντότητες πρωταγωνιστούσαν σε επιθέσεις στους ζωντανούς, είτε με τη μορφή θανατηφόρων επιδημιών και προσβολών της ψυχοσωματικής υπόστασής τους, όπως μαρτυρούν σχετικές αναφορές στους ιατρικούς παπύρους, είτε με την αποστολή κακόβουλων ονείρων και εφιαλτών (Kousoulis 2007). Οι επιθέσεις στόχευαν σε συγκεκριμένα εσωτερικά όργανα και μέλη του ανθρωπίνου σώματος και τα αποτελέσματά τους μορφοποιούνταν ως συμπτώματα επικίνδυνων ασθενειών.
Εκείνο που χαρακτήριζε ιδιαίτερα τις δαιμονικές οντότητες ήταν η ποικιλία των ονομάτων, επιθέτων και μορφοποιήσεών τους. Ο οφιοειδής δαίμονας Άποφις, για παράδειγμα, είχε δύο υποστάσεις (όφεως και θαλάσσιας χελώνας) και πάνω από 130 ονόματα και επίθετα, εκ των οποίων μόνο τα 29 μνημονεύονταν κατά τη διάρκεια της τελετής εξόντωσής του, όπως αυτή έχει καταγραφεί στον πάπυρο του Bremner-Rhind (Kousoulis 1999, forhcoming). Το αξιοσημείωτο είναι, ότι αρκετά από τα δαιμονικά αυτά ονόματα δεν είχαν αυτόνομη σημασιολογική υπόσταση έξω από το εξειδικευμένο τελετουργικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονταν. Επινοούνταν για να υπηρετήσουν καθορισμένους τελετουργικούς σκοπούς—εξόντωσης/εξορκισμού ή υποταγής/ελέγχου του δαίμονα στη θέληση και τους σκοπούς του ιερουργού—μέσα από την ιδιαίτερη συσχέτισή τους με ήχους, φόρμουλες και εκφράσεις του μαγικού λόγου. Λογοτεχνικοί μηχανισμοί, όπως η παρονομασία, παρήχηση και ομοφωνία, ή λογοπαίγνια ως προς τη συμβολική/αλληγορική συσχέτιση δαιμονικού ονόματος και μορφολογικών χαρακτηριστικών, αποτελούσαν σημαντικά όπλα στη φαρέτρα του μάγου/ιερουργού στη μάχη του κατά των δαιμόνων.
Τα δύο παραδείγματα που ακολουθούν θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τη σημασία της τεχνητής/μαγικής δημιουργίας και του ελέγχου δαιμονικών οντοτήτων μέσα από τον ειδικό χειρισμό του μαγικού λόγου. Αποτελούν μέρος των μαγικών επωδών κατά του Άποφι από τις επιγραφές στον Πτολεμαϊκό ναό του Ώρου στο Εντφού (Νότια Αίγυπτος):
  • «Σε υμνώ (χένου), ω θεά της χαράς, θεά της υμνωδίας (χένου)! Ο όφις-χέντι εξοντώνεται (χέντ) με το τελετουργικό μαχαίρι!»
Η εκτεταμένη χρήση του ήχου χ μέσα από ομόηχες λέξεις οδηγεί στη δημιουργία του δαιμονικού ονόματος χέντι.
  • «Ο όφις ερ-ντζάφ καίγεται! Ο όφις σεφ-τσέχ δεν υπάρχει πια, επειδή αποκόπηκαν (σέφετς) τα μάτια του!»
Η επινόηση του δαιμονικού οφιοειδούς δαίμονα σεφ-τσέχ και η ταυτόχρονη καταστροφή του προκαλούνται μέσα από την παρήχησή του με το ρήμα σέφετς. Σε άλλες, πάλι, περιπτώσεις ο μαγικός λόγος—ως ήχος ή εικόνα (βινιέτα ή τοιχογραφία)—μπορούσε να δημιουργήσει αμφισημία ως προς τη σχέση του δαιμονικού ονόματος με τις αντίστοιχες ιδιότητές του. Έτσι, δαιμονικά ονόματα όπως τα ουέντι, χεμ-χέμτι και ουέμπερ, που είχαν ταυτιστεί με την αρνητική υπόσταση του Άποφι, παρουσιάζονται σε άλλα κείμενα (π.χ. στη Βίβλο των Νεκρών) να εμφορούνται από θετικές ιδιότητες και να λειτουργούν ως αγαθοδαίμονες και προστάτες των ευλογημένων νεκρών.
Συνοψίζοντας, δύο στοιχεία πρέπει να επισημανθούν. Το πρώτο αφορά στη δύναμη της τελετουργικής διαδικασίας, η οποία μέσα από τη χρήση ιδιαίτερων μηχανισμών δημιουργούσε και, ταυτόχρονα, έλεγχε δαιμονικά ονόματα και υποστάσεις, εφόσον, σύμφωνα με την Αιγυπτιακή κοσμοθεωρία, το όνομα περιέκλειε όλα τα» χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες του όντος. «Σε γνωρίζω, γιατί γνωρίζω το όνομά σου», όπως πολύ χαρακτηριστικά αναγράφεται στην επωδή 407 των Κειμένων των Σαρκοφάγων. Το δεύτερο στοιχείο, το οποίο ουσιαστικά συνάδει με το πρώτο, αφορά στην ανυπαρξία διακριτών κατηγοριών μεταξύ θεών (νετσερού), δαιμόνων και πνευμάτων (μπάου, κάου ή άκχου). Οι οντότητες αυτές αποτελούσαν απλώς εκδηλώσεις του άυλου, υπερφυσικού κόσμου—μορφοποιούμενες κατά βούληση από τον ανθρώπινο νου—αλλά και σημεία επικοινωνίας με τους ανθρώπους, επιθυμητά ή ανεπιθύμητα, αλλά, κυρίως, ανερμάτιστα.
Αναφορές:
Assmann, J. (1990), Maat. Gerechtigkeit und Unsterblichkeit im alten Ägypten, Munich.
Cauville, S. (1990), "À propos des 77 génies de Pharbaithos", Bulletin de l’Institut français d’archéologie orientale 90, 115-33.
Hornung, E. (1968), Altägyptische Höllenvorstellungen, Berlin.
Kousoulis, P. (forthcoming), Apophis: A Study of his Nature and Ritual Execution, Leuven.
Kousoulis, P. (2009), Ancient Egyptian Demonology: Studies on the Boundaries between the Demonic and the Divine in Egyptian Magic, Leuven.
Kousoulis, P. (2007), "Dead entities in living bodies: the demonic influence of the dead in the medical texts", στο J.-C. Goyon και Ch. Carden (επιμ.), Actes du IXe Congrès International des Egyptologues, 6-12 September 2004, Grenoble, France, Leuven.
Κουσούλης, Π.Η.Μ. (2004), Προς Αναζήτηση της Αιώνιας Ζωής. Θάνατος και Ταρίχευση στην Αρχαία Αίγυπτο, Θεσσαλονίκη.
Kousoulis, P. (1999), Magic and Religion as performative Theological Unity. The Apotropaic Ritual of Overthrowing Apophis, PhD dissertation, University of Liverpool, Liverpool
Kurth, D. (2003), "Suum Cuique. Zum Verhältnis von Dämonen und Göttern im alten Ägypten", στο A. Lange, H. Lichtenberger και K.F. Diethard Römheld (eds.), Die Dämonen/Demons, Tübingen, 45-60.
Meeks, D. (2001), "Demons", στο D. Redford (επιμ.), The Oxford Encyclopedia of Ancient Egypt, τ. 1, Oxford, 375-8.
Meeks, D. (1971), "Génies, Anges, Démons en Égypte", στο P. Garelli (επιμ.), Génies, Anges et Démons, Paris, 19-84.
Τe Velde, Η. (1975), "Dämonen", Lexikon der Ägyptologie I, 980-4.