Showing posts with label Funerary ideology. Show all posts
Showing posts with label Funerary ideology. Show all posts

Friday, 15 January 2010

‘Χαίρε σε’ σένα που το πρόσωπό σου είναι αγαθό […]’!

Γυναικείο προσωπείο από ύφασμα με επικάλυψη γύψου, 26η Δυναστεία (π. 550π.Χ.).
© Αιγυπτιακή Συλλογή, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών


Η μαγικοθρησκευτική σημειολογία των ταφικών αιγυπτιακών προσωπείων
από Παύλο Π. Αντωνάτο, αρχαιολόγο (Εφορεία Αρχαιοπολείων και Ιδιωτικών Αρχαιολογικών Συλλογών), υποψήφιο διδάκτορα (Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Αιγάιου)


Η εμπειρία του θανάτου, αν και βιώνεται παγκοσμίως και από όλους ανεξαιρέτως, σπάνια γίνεται αποδεκτή από τον άνθρωπο χωρίς εναντίωση και προσπάθεια αποτροπής. Οι αρχαίοι αιγύπτιοι αποδεχόμενοι το φαινόμενο του θανάτου ως μέρος της δημιουργίας στόχευαν στη μετά θάνατο αιώνια ζωή (Te Velde 1988). Το φαινόμενο του θανάτου εκλαμβανόταν από αυτούς όχι ως το τέλος της επίγειας ζωής, αλλά ως η είσοδος προς μια αιώνια (Taylor 2001· Kousoulis 2004). Ο θάνατος ήταν μια στιγμιαία προσωρινή διακοπή, απ’ ότι μια διαρκής παύση ζωής. Για να αντιμετωπίσουν όμως επιτυχώς και να αντεπεξέλθουν στις δυσκολίες και αβεβαιότητες που εμπεριέχονται στη φύση του θανάτου οι αρχαίοι αιγύπτιοι ανέπτυξαν ένα πολυάριθμο και πολύπλοκο σύνολο εξασκούμενων μαγικοθρησκευτικών πρακτικών και θεσμών (Assmann 2001). Η εξασφάλιση της αιωνιότητας θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο από εκείνους που είχαν προετοιμασθεί καταλλήλως, και είχαν εφαρμόσει όλες τις μαγικοθρησκευτικές πρακτικές συμπεριλαμβανομένου της κατασκευής και τοποθέτησης ταφικού προσωπείου (Roth 1988, 52).
Η πίστη για αναγέννηση του ατόμου μετά το θάνατο συνεπικουρούνταν απαραιτήτως από τη μαγεία (χέκα), που καθοδηγούσε και προσδιόριζε όλες τις ταφικές πρακτικές και όχι μόνο (Pinch 2006· Ritner 1993). Η αναγέννηση, αυτή η μυστηριακή-μαγική διαδικασία, έδινε ζωή μέσω του θανάτου. Η αιώνια αναγεννημένη ζωή θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσα από τη διαδικασία διατήρησης της φυσικής μορφής-εικόνας του ατόμου, μόνο δηλαδή μέσω της ταρίχευσης-διατήρησης του σώματος και κατά συνέπεια όλων των προσωπικών χαρακτηριστικών και υποστάσεων του αποθανόντα. Χωρίς το φυσικό σώμα η ψυχή του αποθανόντα δεν είχε θέση στο επέκεινα (Ντουάτ). Κατά τους αρχαίους αιγυπτίους εάν διατηρηθεί η σάρκα του ατόμου, διατηρείται αυτομάτως και το πνεύμα του.
Ειδικό συστατικό στοιχείο στην τελετουργία της ταρίχευσης αποτελούσε ο θεσμός της τοποθέτησης κυρίως ξυλόγλυπτου επιζωγραφισμένου προσωπείου επάνω στο πρόσωπο του αποθανόντα. Ήταν η δυνητική απεικόνιση του ζώντος ατόμου, που μέσω μαγικοθρησκευτικών τελετών ήταν εφικτή η εμψύχωσή του. Καθιερωμένη ήταν η πεποίθηση ότι το προσωπείο ενδυνάμωνε μαγικοτροπικώς το πνεύμα του ταριχευμένου νεκρού, και κατά τη φάση της ψυχοστασίας, κρίσης και του επαπειλούμενου κινδύνου εντός του οσιριακού δικαστηρίου συνεπικουρούσε, έλεγχε, όριζε και καθόριζε την ασφαλή μετάβαση στο επέκεινα. Μέσω του ταφικού προσωπείου το πνεύμα του αποθανόντα ήταν σε θέση να αναγνωρίσει εύκολα τόσο το πρόσωπο, όσο και το σώμα. Καθώς τοποθετείται επί του προσώπου του νεκρού συμβάλει στην όσο το δυνατό καλύτερη διατήρηση του δέρματος, αλλά και των φυσικών χαρακτηριστικών του προσώπου αποτρέποντας την ολοκληρωτική φθορά και σήψη. Στην καλή εμφάνιση του προσώπου γίνεται αναφορά και στη Βίβλο των Νεκρών ‘Χαίρε σε’ σένα που το πρόσωπό σου είναι αγαθό […]’ (Faulkner 2001, επωδή 151β).
H χρήση προσωπείων για ταφικούς, τελετουργικούς και ιεροπρακτικούς σκοπούς καταλάμβανε σημαίνουσα θέση στη νειλόρρυτη Αίγυπτο καθ’ όλη τη διάρκεια της Φαραωνικής Περιόδου και συνέχισε να αποτελεί σημαντικό στοιχείο της τελετουργικής πρακτικής έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους (LÄ III, 1980:1196-9· Wilson 2010· Taylor 1994). Οι προδρομικές προσπάθειες προς την κατεύθυνση της διατήρησης της προσωπικής εμφάνισης του αποθανόντα με τη χρήση προσωπείου διαπιστώθηκαν ήδη κατά την 4η Δυναστεία με τη χρήση φθαρτών υλικών για την κατασκευή του, όπως το ναστόχαρτο, το λινάρι, ο πάπυρος, το ξύλο και άλλα πολύτιμα μέταλλα.
Σε εκατοντάδες ανέρχεται ο αριθμός των προσωπείων που ανήκουν σε αιγύπτιους θνητούς και έχουν ταξινομηθεί ως ταφικά. Αυτά, ενέχοντας έναν μεταβατικό λειτουργισμό, παρέχουν τη δυνατότητα στον αποθανόντα να διασχίζει με μαγικό και απόλυτα ελεγχόμενο τρόπο, το παρόν και να εντάσσεται σε μια άλλη κοσμική σφαίρα ακυρώνοντας τη θνητότητά του και εγκολπώνοντας ταυτόχρονα το θεϊκό και την αθανασία (Levi-Strauss 1983, 93, 115 και 187). Η επιτέλεση της μαγικής αυτής μετάβασης γίνεται με την απεικονιστική απόδοση του αποθανόντα, που τις περισσότερες φορές συνοδεύεται από ειδική τελετουργική φρασεολογία λεκτικές δεήσεις, ιερολογίες, ευχές, προσευχές, επωδούς, επικλήσεις και ποικίλα τελετουργικά-κινησιολογικά και χειρονομιακά δρώμενα με μαγικά υποβόσκον περιεχόμενο (Assmann 2001, 280-388). Αν και η όλη μετάβαση φαντάζει λογική, στηριζόμενη στα αιγυπτιακά ιδεοληπτικά μαγικοθρησκευτικά δεδομένα, εντούτοις οι λεπτομέρειες της όλης μαγικής διεργασίας παραμένουν εκτός λογικού πλαισίου, άρρητες και νοητικά μη προσπελάσιμες (Ritner 1993, 69).
Το ταφικό προσωπείο λειτουργούσε ως μαγικός δίαυλος για την ασφαλή περαίωση από την επίγεια στην αιώνια κατάσταση, μια περαίωση που επιτελούνταν και εξαρτώνταν αποκλειστικά από τη χρήση της εφαρμοσμένης αρχετυπικής μαγείας σε συνδυασμό με τις επικρατούσες θρησκευτικές πρακτικές. Δεσπόζουσα ήταν η πεποίθηση και πίστη στην αρχαία Αίγυπτο της δυνατότητας επηρεασμού των γήινων, αλλά και υπερβατικών δεδομένων μέσω της μυστικιστικής μαγείας, μιας μαγείας πανταχού παρούσας. Η μαγεία, ως τμήμα της γενικότερης "ορθόδοξης" θρησκευτικής πρακτικής και ως το σύνολο των μεταφυσικών δοξασιών της αρχαίας Αιγύπτου, τροφοδοτούνταν από τον πυρήνα των θεολογικών αξιωμάτων και αντιλήψεων (Pinch 2006, 17· Mirecki 2001, 52). Μαγεία και θρησκεία συνδέονταν στενότατα, αλληλοσυμπληρώνονταν και όχι μόνο δεν αντιμάχονταν η μια την άλλη, μα αντιθέτως συμβίωναν αρμονικά συναποτελώντας τον πυρήνα της αρχαίας αιγυπτιακής μεταφυσικής εμπειρίας (LÄ III, 1980, 1138· Ritner 1993· Kousoulis 2010).
Οι αρχαίοι αιγύπτιοι ενέτασσαν τα ταφικά προσωπεία σε μαγικοθρησκευτικές πρακτικές, που με τη λήψη περίπλοκων προφυλάξεων σκοπό είχαν να διατηρήσουν το σώμα ανέπαφο από τη φθορά και τη σήψη. Η προστασία της κεφαλής του αποθανόντα ήταν υψίστης σημασίας και η φροντίδα που ελάμβαναν ήταν ιδιαίτερη κατά τη διαδικασία της μουμιοποίησης. Προς την κατεύθυνση αυτή λειτουργούσε και η χρήση του προσωπείου. Το καλυμμένο πρόσωπο βοηθούσε στην προστασία της κεφαλής του αποθανόντα από τυχόν καταστροφή, αλλά και προσέφερε ένα μόνιμο ιδεαλιστικής φόρμας υποκατάστατο, το οποίο παρουσίαζε τον αποθανόντα όπως είναι ένας ανέγγιχτος από τη φθορά, δηλαδή ένας αθάνατος. Ο "ενδιαφερόμενος" επέλεγε την εμφάνιση που ήθελε να διατηρήσει ή να έχει στην άλλη ζωή, μια εικόνα τελική για την προσωπικότητά του. Κατά μαγικό τρόπο η εικόνα του ήταν επιπλέον η θεία μορφή του θεού Ήλιου-Ra και ο σκοπός λοιπόν της τοποθέτησης του προσωπείου επί του νεκρικού προσώπου ήταν να μορφοποιήσει ιδεαλιστικώς τη θνητή κεφαλή διατηρώντας σε αυτή ανέπαφη τη θεϊκή μορφή (Velde 1988, 35).
Ο αρχαίος αιγύπτιος και εν ζωή όντας επέλεγε το χρωματικό εμπλουτισμό-τονισμό του προσώπου του, για λόγους όχι μόνο διακοσμητικούς αλλά και πρακτικούς. Έτσι η μεταμορφωτική μετάβαση του είχε γίνει πια συνήθεια. Ήταν μια συνεχής εναλλαγή προσώπων, που παράλληλα συμβάδιζε με την αναπόφευκτη βιολογική αλλαγή, αλλά και με το μεταμορφωτικό κύκλο των εποχών και του ήλιου. Επίσης, ως προσωπεία, υπό την ευρεία έννοια, μπορούν να θεωρηθούν και οι πολυάριθμες γραπτές επιτοίχιες ταφικές μορφές (Wilson 2010, 84). Οι διακοσμητικές υπογραμμίσεις-τονισμοί των ματιών κυρίως με ανθρακούχα μαύρη βαφή, η προσθήκη χονδροκόκκινου στα χείλη, αλλά και τα περίτεχνα τρισχιδή φενάκη μετατρέπουν το πρόσωπο-κεφαλή, με τις τόσο σημαντικές για τη ζωή και τον κοινωνικό ρόλο ιδιότητες-αισθητήριες θύρες όπως όραση, ακοή, ομιλία και όσφρηση, σε προσωπείο. Γίνεται λοιπόν σαφές ότι το προσωπείο, έχοντας εγκολπωθεί-ενσωματώσει τη μαγική δύναμη του να μετατρέπει και να μεταμορφώνει το άτομο σύμφωνα με την ιδιαίτερη επιθυμία του, έχει αλληλένδετο, αλληλοταυτιζόμενο και αλληλοενεργούμενο μαγικοθρησκευτικό και κοινωνικό περιεχόμενο.
Το προσωπείο απομακρύνει τους κινδύνους που διατρέχει η ψυχή του τεθνεώτος και μεταμορφώνει την προσωπικότητά του σε μια νέα, ζωντανή υπαρξιακή ολότητα-οντότητα. Παρόλο που η πραγματική μορφή του ατόμου βρίσκεται σε φθορά και σήψη, καλά κρυμμένη και επικαλυμμένη από το ωραιοποιημένο και ιδεαλιστικά αποδοσμένο προσωπείο, η μεταμόρφωση της προσωπικότητας σε μια νέα, ζωντανή υπαρξιακή ολότητα-οντότητα, σύμφωνα με το εννοιολογικό και υπερβατικό περιεχόμενο του προσωπείου, γίνεται πράξη. H υποβόσκουσα συμβολική σημειολογία στη χρήση των προσωπείων πιθανότατα να σχετίζεται και με την υιοθέτηση-απόκτηση διαφορετικής προσωπικότητας θεϊκής ή μη, αλλά και της διατήρησης αυτής.
Η συνεισφορά του προσωπείου προς την ανωτέρω κατεύθυνση επιτελούνταν και δια μέσω της νωπής χρωματικής επιζωγράφισή του επί ασβεστώδους υποστρωματικής επίχρισης, με εκτεταμένη χρήση γήινων χρωμάτων, αλλά και ένθεσης ημιπολύτιμων υλικών εν είδει οφθαλμών και φρυδιών. Αρκετές φορές χρωματίζονταν με περίτεχνα διακοσμητικά-συμβολιστικά θέματα, όπως με το μάτι του Ώρου, που εξυπηρετούσαν όχι τόσο αισθητικές λειτουργίες, όσο αποτροπαϊκές απαιτήσεις. Στόμα, μάτια, μύτη, αυτιά είναι τα αισθητά κανάλια πρόσληψης της γήινης, αλλά και αθανάτου τροφής. Ο αποθανών μέσω του προσωπείου ανέπνεε, άκουγε, μιλούσε, έβλεπε κατά τρόπο μαγικό. ‘Τα μάτια σου έχουν δοθεί για να βλέπεις, Τα αυτιά για να ακούς αυτό που λέγεται, Το στόμα σου μιλά […], Εσύ χαίρεσαι με όλα τα μέλη του σώματός σου […]’ (Lichtheim 1976, 17). Το παραπάνω απόσπασμα, το οποίο με ενάργεια πιστοποιεί όλα τα προαναφερθέντα, είναι ένα από τα πολυάριθμα ταφικά κείμενα που συχνά αποκαλούνται ‘μαγικά κείμενα’ (Morenz 1964, 140· του ιδίου 1965, 399-445).
Τα μάτια, το χαρακτηριστικότερο και αντιπροσωπευτικότερο αισθητηριακό κανάλι στα ταφικά προσωπεία, είναι πάντα ανοιχτά, ζωντανά, εις αντικατάσταση των κλειστών, νεκρωμένων του θνητού σώματος. Αυτά επέτρεπαν τόσο την επαφή του αποθανόντα με τον επίγειο κόσμο, όσο και των ζώντων με τον αποβιώσαντα.
Όλα τα ζωτικά μέρη του προσώπου, όπως εξάλλου και του υπόλοιπου σώματος, προσδιορίζονται με όρους μαγικοθρησκευτικούς, τόσο στα Σαρκοφαγικά Ταφικά Κείμενα, όσο και στη Βίβλο των Νεκρών, όπου περιέχονται σαφείς αναφορές για τη "μυστική κεφαλή". Έτσι ο "δεξιός οφθαλμός είναι η νυχτερινή αναχώρηση, ο αριστερός οφθαλμός είναι η ημερήσια αναχώρηση, τα φρύδια είναι της Εννεάδος, το μέτωπο είναι αυτό του Άνουβη, το πίσω μέρος του κεφαλιού είναι αυτό του Ώρου, οι δε βόστρυχοι είναι αυτοί του Φθά-Σοκάρ" (Faulkner 2001, 151). Επίσης, Σαρκοφαγικό Ταφικό Κείμενο αναφέρεται μεταξύ άλλων και στις ικανοποιητικές ποιότητες-ιδιότητες του προσωπείου λέγοντας ότι "Εσύ είσαι (δηλαδή το προσωπείο) μπροστά στον Όσιρη, αυτός σε συνοδεύει χάρις εσένα, σε οδηγεί σε καλούς δρόμους […]" (Taylor 1994, 168-89). Έτσι το προσωπείο παίρνει την πρωτοβουλία για την ενεργοποίηση της μεταμορφωτικής μαγικοθρησκευτικής διαδικασίας κατάργησης του επίγειου θανάτου και ασφαλούς μετάστασης, εγγυώντας με τον καλύτερο τρόπο την επίτευξη του υπέρτατου σκοπού σύμφωνα με τις κυρίαρχες αιγυπτιακές μαγικοθρησκευτικές δοξασίες.
Το προσωπείο μετακύλειε τη θνητότητα στην αιωνιότητα. Ο αποθανών "ενεργοποιείται", διασπώνται τα χωροχρονικά δεσμά, πραγματοποιείται ο "διάπλους" που στοχεύει στην ένωση της ανθρώπινης φύσης με τη θεία. Η εξωραϊσμένη εικόνα-προσωπείο του αποθανόντα συνεργαζόμενη μαγικοτροπικώς με τη θεία ενέργεια ουσιαστικά αποτελεί την άφθαρτη εικόνα του σώματος. Έτσι τονίζεται η ζωή μέσα από τη φθορά και τη σήψη. Το σαρκικό σώμα αφθαρτοποιείται και μεταστεγάζεται στα θεία διαμερίσματα και στη σφαίρα του ιδεατού κάλλους. Θριαμβεύει πάνω στον θάνατο καταργώντας τον. Μόνο μέσω του προσωπείου μπορούσε ο αποθανών να γίνει αποδεκτός ως μεταθανάτια ύπαρξη και το πεπερασμένο μυστήριο της γης να μετατραπεί σε μυστήριο του απεριόριστου ουρανού, το θνητό "εδώ" να μετατραπεί σε αθάνατο "εκεί".

Αναφορές:
Assmann, J. (2001), Death and Salvation in Ancient Egypt, μετάφραση από D.Lorton, Ithaca & London.
Faulkner, R. (2001), The Ancient Egyptian Book of the Dead, London.
Helck, W. Otto, E. Westendorf, W. (επιμ.), 1975-1986, Lexikon der Ägyptologie, vols. I-VI., Wiesbaden.
Kousoulis, P., επιμ. (2010), Ancient Egyptian Demonology. Studies on the Boundaries Between the Divine and the Demonic in Egyptian Magic, OLA 175, Leuven.
Κουσούλης, Π. (2004), Αναζητώντας την Αιώνια Ζωή. Θάνατος και Ταρίχευση στην Αρχαία Αίγυπτο, Θεσσαλονίκη.
Levi-Strauss, C. (1983), The Way of the Masks, μεταφρασμένο από την S. Modelski, London.
Lichtheim, M. (1976), Ancient Egyptian Literature. A Book of Readings 2: The New Kingdom, Berkeley.
Meyer, M. & P. Mirecki, επιμ. (2001), Ancient Magic and Ritual Power, Leiden.
Morenz, S. (1964), Gott und Mensch im alten Aegypten, Leipzig.
Morenz, S. (1967), ‘Ägyptischer Totenglaube im Rahmen der Struktur Ägyptischer Religion’, Eranos 34, 399-445.
Pinch, G. (20062), Magic in Ancient Egypt, London.
Ritner, R.K. (1993), The Mechanics of Ancient Egyptian Magical Practices, SAOC 54, Chicago.
Roth, A.M. (1988), Mummies and Magic. The funeral Arts of Ancient Egypt (επιμ. D’Auria S., Lacovara P., Roehrig C.), Boston, 52-59.
Taylor, J.H. (1994), ‘Masks in Ancient Egypt: The image of divinity’, στο J. Mack (επιμ.), Masks the Art of Expression, London, 168-89.
Taylor, J.H. (2001), Death in Ancient Egypt, London.
Velde, H. (1988), Mummies and Magic. The Funeral Arts of Ancient Egypt (επιμ. D’Auria S., Lacovara P., Roehrig C.), Boston, 27-37.
Wilson, P. (2010), ‘Masking and multiple personas’, στο P.Kousoulis (επιμ.) Ancient Egyptian Demonology. Studies on the Boundaries between the Divine and the Demonic in Egyptian Magic, OLA 175, Leuven.

Wednesday, 4 February 2009

ΝΕΚΡΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - Περί Αιγυπτιακού Άδη...


Περιήγηση της ηλιακής λέμβου (μεσαίο διάζωμα) στο Ντουατ κατά την 12η ώρα της νύχτας. Λεπτομέρεια από το Αμ-ντουάτ ("εκείνο που υπάρχει στο Επέκεινα"), ένα από τα επονομαζόμενα Βιβλία του Άδη, εικονγραφικές συνθέσεις που κοσμούσαν τους βασιλικούς τάφους του Νέου Βασιλείου στις (Θήβες)

Το Ντουάτ ή Ντατ αντιπροσωπεύει μόνο εν μέρει την έννοια του Κάτω Κόσμου ή Άδη, όπως αυτή απαντάται στην Αρχαία Ελληνική νεκρική φιλοσοφία. Δηλαδή, ένας τόπος κάτω από τη γη, στον οποίον καταλήγουν οι ανθρώπινες υπάρξεις μετά το θάνατό τους. Η λέξη κυριολεκτικά σημαίνει λυκαυγές (από το ρήμα ντουά "ανατολή, ανατέλλω"), υποδηλώνοντας τη χρονική εκείνη στιγμή λίγο πριν το τέλος της νύχτας και την ανατολή του ήλιου (Barta 1981, 95-6). Δεν συνιστούσε συγκεκριμένο locus με γεωγραφικά σύνορα και καθορισμένη θέση στο Αιγυπτιακό σύμπαν, αλλά μάλλον ένα μυθογραφικό περιβάλλον, στο οποίο ο νεκρός είχε τη δυνατότητα ανυπέρβλητης προσωπικής εξέλιξης και μεταμόρφωσης. Εντοπιζόταν τόσο κάτω από τη γη, οπότε και καλείτο «χαμηλό» ή «υπόγειο» Ντουάτ (Hornung 1975, 994-5), όσο και στον έναστρο ουρανό πάνω από αυτήν, οπότε και ταυτιζόταν με τη θεότητα του ουρανού, Νουτ (Lesko 1991, 118-9). Αν θεωρήσουμε τη Νουτ ως τη συμβολική απεικόνιση του ουρανού, το άλικο, μεταβατικό χωρόχρονο μέσα στο σώμα της Νουτ ήταν το Ντουάτ (Neugebauer και Parker 1969, εικ. 45 και 49. Allen 1988, 2-3, 75 και 77). Έτσι, στα Πυραμιδικά Κείμενα, το αρχαιότερο corpus θρησκευτικών κειμένων στον κόσμο, η λέξη Ντατ συνοδεύεται συχνά από το ταξόγραμμα ενός αστεριού μέσα σε κύκλο, υποδηλώνοντας έτσι την πολύ στενή σχέση του Άλλου Κόσμου με τα ουράνια σώματα και τα αστέρια (Sethe 1908-1910, στίχοι 802c, 1717a, 953a).
Το Ντουάτ συνιστούσε περισσότερο έναν άλλο, εσώτερο κόσμο μεταξύ νύχτας και ημέρας, σκότους και φωτός, όπου το σκοτάδι έδινε σταδιακά τη θέση του στον ήλιο και το θεϊκό φως, και όπου οι ανθρώπινες και θεϊκές υπάρξεις αποποιούνταν τις υλικές μορφοποιήσεις τους και μεταπλάθονταν σε δοξασμένα πνεύματα (σακχ), προτού αποκτήσουν εκ νέου τις υλικές μορφές τους με την ανατολή της καινούργιας ημέρας (Piankoff 1954, 428 και εικ. 130). Η αέναη αναγέννηση και μετάπλαση του νεκρού συντελείτο μέσα από το μακρύ και δύσκολο ταξίδι στις άγνωστες και επικίνδυνες περιοχές του Ντουάτ. Η γνώση των ονομάτων των πυλών, φρουρών και κατοίκων των περιοχών αυτών ήταν ζωτικής σημασίας για την ασφαλή διέλευσή του νεκρού και την καθημερινή επαναγέννησή του.
Η πύλη εισόδου στο Ντουάτ βρισκόταν στο δυτικό άκρο του ορίζοντα (άκχετ) και ονομαζόταν Ροστώ. Σύμφωνα με τη Βίβλο των Νεκρών, corpus νεκρικών κειμένων του Νέου Βασιλείου, ο νεκρός αφού διάβαινε την πύλη εισόδου στο Ροστώ, εισχωρούσε σε ένα μυστικό χώρο (αμενέτ) κρυμμένο από τον κόσμο των ζωντανών, όπου κυριαρχούσε το απόλυτο σκοτάδι (κέκου) και η άκρατη σιωπή (αγκερέτ). Εξαιτίας των ιδιοτήτων του αυτών, το Ντουάτ απαντάται στις πηγές και ως Αμενέτ και Αγκερέτ (Ζandee 1960, 88-94). Οι όροι αυτοί περιέγραφαν δύο εν δυνάμει κομβικά σημεία εξαφάνισης της ύπαρξης κατά τη χρονική στιγμή του θανάτου, αλλά και ταυτόχρονης μετάπλασής της (σύμφωνα με τον Πλούταρχο, Περί Ίσιδος και Οσίριδος, 29/7, ο Αμενέτ, ελλ. Αμένθης, σήμαινε "αυτόν που δίνει και παίρνει"). Η σιωπή υπογράμμιζε την ακριβή στιγμή του θανάτου και το τέλος της ζωντανής καταστασιακής συνείδησης του όντος. Το σκότος υποδήλωνε το μυστικό και απροσπέλαστο μεταθανάτιο περιβάλλον (γι' αυτό και οι κάτοικοι του Άλλου Κόσμου-θεοί, δαίμονες, νεκροί-χαρακτηρίζονταν "κρυμμένοι" ή "μυστικοί". Οι σχετικές αναφορές στα νεκρικά κείμενα είναι πολλές, βλ. ενδεικτικά Sethe 1908-1910, στίχους 134, 656cd, 747, 873, 1953, 1955, 1641. Faulkner, 1973-1978, 147 κ.ε.), και ταυτιζόταν συμβολικά με το σκοτεινό εσωτερικό του τάφου. Η λέξη Αμενέτ σήμαινε, επίσης, τη «δύση», το δυτικό σημείο του ορίζοντα. Η σημασιολογική ταύτιση Δύσης και Ντουάτ αποτελεί κεντρικό συμβολικό σημείο αναφοράς στην αιγυπτιακή νεκρική φιλοσοφία, η οποία αποτυπώνεται και αντανακλάται σε όλες τις εκφάνσεις του Αιγυπτιακού πολιτισμού (τέχνη, αρχιτεκτονική, λογοτεχνία, πολιτική, θρησκεία, κοινωνία).
Δεν ήταν, ωστόσο, κάθε περιοχή του Ντουάτ κρυμμένη στο σκοτάδι και την ανυπαρξία. Αντιθέτως, στην πορεία του ταξιδιού του στο μεταθανάτιο περιβάλλον ο νεκρός συναντούσε τόπους απέραντης ομορφιάς και σαγήνης αλλά και ανείπωτου τρόμου. Tο Ντούατ διαιρείτο σε τρία μέρη: στη σφαίρα του φωτός, όπου οι δικαιωμένοι νεκροί ζούσαν αρμονικά με τους χθόνιους θεούς, στη σφαίρα του απόλυτου σκότους, όπου οι καταδικασμένοι υπέφεραν βασανιστήρια και ανείπωτες τιμωρίες, και μία τρίτη σφαίρα, στην οποία το κακό που απειλούσε τη μεταθανάτια ύπαρξη ανθρώπινων και θεϊκών όντων του Επέκεινα φυλακιζόταν και εξοντωνόταν από τους φρουρούς των πυλών.
Στην πρώτη σφαίρα εντάσσονταν ο Τόπος των Καλαμώνων (σέκχετ ιάρου) και Τόπος των Προσφορών (σέκχετ χετέπου) (Leclant 1975, 1156-60. Lesko 1971-1972, 89-101). Στα Πυραμιδικά Κείμενα οι δύο αυτοί τόποι θεωρούνταν χώροι εξιλέωσης και εξαγνισμού, ταυτιζόμενοι εν μέρει με την αντίληψη για τον Παράδεισο της Χριστιανικής θρησκείας. Στη Βίβλο των Νεκρών περιγράφονται ως ουράνιες πολιτείες και πύλες ανάδυσης του Ρα και των ευεργετημένων από την θεϊκή παρουσία του νεκρών στον ουρανό (Faulkner 1985, επωδές 109, 110, 149). Βασικό χαρακτηριστικό στοιχείο τους ήταν το νερό. Στη σχετική βινιέτα (εικονγραφική σύνθεση) που συνοδεύει την επωδή 110 της Βίβλου των Νεκρών, ο νεκρός συνοδευόμενος από τη γυναίκα του διασχίζει με μία λέμβο τα κανάλια και τις λίμνες των πολιτειών αυτών, ενδεδυμένος με ωραία ρούχα και εκτελώντας διάφορες οικογενειακές και αγροτικές δραστηριότητες, ωσάν να βρισκόταν εν ζωή.
Στη δεύτερη σφαίρα κατατάσσονταν όλοι εκείνοι οι τρομεροί τόποι τιμωρίας και ολοκληρωτικής καταστροφής των αμαρτωλών νεκρών (μουτ) που εποφθαλμιούσαν την ουράνια και κοσμική τάξη (μάατ) (Hornung 1956). Οι μουτ ήταν οι αντιπρόσωποι του χάους και του «κακού» (ίσφετ), τη μη-ύπαρξης, που επιβουλεύονταν τη σωτηρία και μεταθανάτια επιβίωση και ανάνηψη θεών και ευλογημένων νεκρών (Assmann 1990). Η τιμωρία τους λάμβανε χώρα σε περιοχές όπου κυριαρχούσε το σκότος, για αυτό και όσοι κατέληγαν εκεί έχαναν το φως και την ακοή τους. Δε μπορούσαν να επικοινωνήσουν με το θεό ήλιο Ρα, ούτε να παραλάβουν τις προσφορές από τους ζώντες συγγενείς τους. Ήταν καταδικασμένοι στην ακινησία και την ανυπαρξία με αποτέλεσμα να οδηγούνται στο δεύτερο και οριστικό θάνατο. Στους χώρους τιμωρίας και βασανισμού οι μουτ συνυπήρχαν μαζί με τους δαίμονες-τιμωρούς του Άλλου Κόσμου, οι οποίοι θεωρούνταν αντιπρόσωποι των θεών για την επιβολή της τάξης και τιμωρίας των αμαρτωλών (Kousoulis 2009). Θεοί και δαιμονικές οντότητες, νεκρές υπάρξεις και αγαθοδαίμονες συνυπήρχαν και συλλειτουργούσαν στο ίδιο μυθογραφικό, μεταθανάτιο περιβάλλον.




Αναφορές:
Allen, J.P.(1989), "The cosmology of the Pyramid Texts", στο W.K. Simpson (ed.), Religion and Philosophy in Ancient Egypt, New Heaven, 1-27.
Assmann, J. (1990), Maat. Gerechtigkeit und Unsterblichkeit im alten Aegypten, Munich.
Barta, W. (1981), Die bedeutung der pyramidentexte für den verstorbenen könig, München.
Faulkner, R.O. (1973-1978), The Ancient Egyptian Coffin Texts. 3 τ., Warminster.
Faulkner, R.O. (1985; reprint of 1972), The Ancient Egyptian Book of the Dead, London.
Hornung, E. (1975), "Dat", στο Lexikon der Ägyptologie I, cols. 994-5.
Hornung, E. (1856), "Chaotische Bereiche in der geordneten Welt", στο ZÄS 81, 28-32.
Kousoulis, P. (2009), Ancient Egyptian Demonology. Studies on the Boundaries between the Demonic and the Divine in Egyptian Magic, Leuven.
Leclant, J. (1975), "Earu-Gefilde", στο Lexikon der Ägyptologie I (1975), 1156-60.
Lesko, L.H. (1971-1972), "The field of hetep in Egyptian Coffin Texts", στο Journal of American Research Center in Egypt 9, 89-101.
Lesko, L.H. (1991), "Ancient Egyptian cosmogonies and cosmology", στο Β.Ε. Shafer, Religion in Ancient Egypt, London, 88-122.
Neugebauer, O. και R. Parker (1969), Egyptian Astronomical Texts. III. Decans, Planets, Constellations and Zodiacs, Providence.
Piankoff, A. (1954), The Tomb of Ramesses VI, New York.
Sethe, K. (1908-1910), Die Altaegyptischen Pyramidentexte, 2 τ., Leipzig.
Zandee, J. (1960), Death as an Enemy according to Ancient Egyptian Conceptions, Leiden.